Συλλογή Χωριού

Διαφημίσεις

Online Χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 7 επισκέπτες και κανένα μέλος

Το πιο απαραίτητο και το πιο πολύτιμο εργαλείο για την κάθε νοικοκυρά ήταν ο αργαλειός. Αποτελούσε μέρος της ίδιας της ζωής και δεν έλειπε σχεδόν από κανένα σπίτι.Έχοντας αργαλειό στο σπίτι της, στο πιο ευάερο και πιο ευήλιο δωμάτιο, κάθε αγροτική οικογένεια, ήταν σαν να είχε στη δούλεψή της ένα ατομικό υφαντουργικό εργαστήρι, που κάλυπτε όλες τις ανάγκες σε είδη ρουχισμού και κλινοσκεπασμάτων.

Το στήσιμο του αργαλειούΟ Αργαλειός

Το στήσιμο του αργαλειού δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση. Ήθελε σταθερότητα και ζύγισμα, για να μη μετατοπίζεται με τα τραντάγματα από τις κινήσεις που έκανε η νοικοκυρά. Στα περισσότερα σπίτια του χωριού ο αργαλειός ήταν μόνιμα στημένος, κάτω από χαγιάτια (μπαλκόνια), στο κατώι δίπλα πάντα από παράθυρο και προσωρινά πολλές φορές στην άκρη του δωματίου στο σπίτι.
Ο αργαλειός ήταν μια απλή κατασκευή από ξύλο, ορθογώνιας διατομής μακρόστενων καδρονιών. Αποτελείτο από πολλά εξαρτήματα, που όταν συναρμολογούνταν και τοποθετούνταν το στημόνι, ήταν έτοιμος για την ύφανση.

Εξαρτήματα του αργαλειού

•Αντιά: δύο στρογγυλά ξύλα με διάμετρο 10-15 εκατοστών που στο ένα άκρο έχουν τετράγωνη κατάληξη με τέσσερις τρύπες.

Το μπροστινό αντί, που βρισκόταν στο μέρος που καθόταν η υφάντρια (μπροσταντί),είχε κατά μήκος του μια σχισμή απ’ όπου περνούσε το υφάδι και στην άκρη του είχε τρύπες, όπου η υφάντρια τοποθετούσε ένα ξύλο το σφίχτη (κουρούνα),για αντίσταση και το στερέωνε για να μην περιστρέφεται. Πάνω σ` αυτό τυλίγεται το υφαντό καθώς φτιάχνεται.

Το πισαντί βρισκόταν στην άλλη άκρη του αργαλειού απ’ αυτήν που καθόταν η υφάντρια, το συγκρατούσε η ποταμίστρακαι είχε τυλιγμένο το στημόνι, δηλαδή οι μακριές κλωστές που θα πλέξουν με τις κλωστές που θα χρησιμοποιήσει η υφάντρια για να κάνουν το πανί. Η διαφορά του με το αντί είναι ότι αυτό δεν έχει τη σχισμή κατά μήκος του.

•Στημόνι: Μετά το πισαντί και πηγαίνοντας προς την υφάντρια. Είχε δυο βέργες τοποθετημένες ανάμεσα στις κλωστές του για να μπορεί να ανοίγει καλύτερα και να περνάει η γυναίκα τη σαΐτα. Τα ξύλα αυτά λέγονταν σταυρόβεργες και εμπόδιζαν τις κλωστές να μπερδευτούν.
•Κουρούνα: κοντόχοντρο κυλινδρικό ξύλο που στηρίζει το «προσταντί» και το συγκρατεί.

•Ποταμίστρα: μακρύ κυλινδρικό ξύλο που στηρίζει και συγκρατεί το «πισαντί».

•Χτένι: παραλληλόγραμμο με ύψος 10-12 εκατοστά περίπου, με πλήθος από λεπτά δόντια από καλάμι που προσαρμόζονται σε δύο στενά παράλληλα καλάμια ή ξύλα. Ήταν σα χτένα μόνο που ήταν κλειστό και από τις δύο πλευρές. Ανάμεσα από τις σχισμές ίσα- ίσα να περνούσαν οι κλωστές του στημονιού. Το άνοιγμα που άφηναν τα καλαμάκια χαρακτήριζε τα χτένια σε: 1) Δασόχτενα (δασιά υφάσματα - πουκάμισα και σκουτιά), 2) Ρασόχτενα (για τα ράσα των παπάδων) και 3) Πανόχτενα (για λιόπανα, αντρομίδες, βελέντζες, κιλίμια, κάπες, σαγίσματα) και λοιπά.Το χτένι έμπαινε σε μια θήκη που το στερέωνε κι έτσι η υφάντρα το κτύπαγε με όση δύναμη χρειαζόταν για να σφίξει το νήμα. Η θήκη αυτή κρεμόταν από την οροφή του αργαλειού. Το πάνω μέρος της θήκης μετακινούνταν έτσι ώστε να μπορούν να τοποθετούν ανάμεσα το χτένι. Τα κάθετα ξύλα στερεώνονταν σε ένα άξονα που βρισκόταν πάνω στον αργαλειό και έτσι το χτένι μπορούσε να κινείται σα μια κούνια.

•Μιτάρια: κυλινδρικά ξύλα παράλληλα μεταξύ τους που πάνω τους είναι δεμένοι πολλοί λεπτοί σπάγκοι. Έτσι οι κλωστές περνούσαν εναλλάξ οι μισές από το ένα μιτάρι και οι μισές από το άλλο. Τα μιτάρια κρέμονταν από πάνω από τον αργαλειό με δυο καρούλια για να μπορούν να μετακινούνται πάνω-κάτω.
Ανάλογα με το υφαντό άλλοτε χρησιμοποιούσαν δύο και άλλοτε τέσσερα.

•Ξυλόχτενο: δύο οριζόντια ξύλα με αυλακιές. Αυτά δένονταν με δύο μικρότερα ξύλα κάθετα. Μέσα τους προσαρμόζεται και κλειδώνει το χτένι με το οποίο χτυπιέται το υφάδι.

•Σαΐτα: ξύλο ελλειψοειδές που ήταν σκαμμένο εσωτερικά και κατά μήκος συγκρατούσε ένα μασούρι. Στο μασούρι τύλιγαν το βαμβακερό νήμα, που με το πέταγμα περνούσε μέσα στο στημόνι.

•Αδράχτες: ξύλα που είχαν τυλιγμένα πάνω τους νήματα και χρησιμοποιούνταν για την ύφανση των χοντρών υφασμάτων.

•Μασούρια: μικρά καλάμια περίπου 15 εκατοστών, που ήταν τρύπια κατά μήκος. Πάνω τους τύλιγαν το μάλλινο νήμα, που με το πέταγμα περνούσε μέσα στο στημόνι.

•Ποδαρικά: δύο μικρά ξύλα συνδεδεμένα με τα μιτάρια που τα πατούσαν διαδοχικά οι υφάντρες. Με το πάτημα του ποδιού της η υφάντρα ανέβαζε πότε το ένα και πότε το άλλο μετακινώντας αντίστοιχα και τις κλωστές του στημονιού, τις μισές πάνω και τις μισές κάτω. Έτσι άνοιγε το στημόνι (το στόμα) για να περνάει η σαΐτα, να μπλέκει το στημόνι με την κλωστή του μασουριού και να γίνεται το ύφασμα.

Η επεξεργασία του μαλλιού από το κούρεμα ως τον αργαλειό

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή για να δούμε πώς ύφαιναν παλιά.

Το κούρεμα, o "κούρος", των προβάτων, γινόταν από τις αρχές Απριλίου μέχρι τα μέσα του Ιουνίου. Στην αρχή γινόταν το κολοκούρισμα. Τα"κολόκρια", ήταν το μαλλί από το κούρεμα της κοιλιάς και γύρω από την ουρά και ήταν κατώτερης ποιότητας.

Ακολουθούσε το κούρεμα του υπόλοιπου σώματος του προβάτου, απ’ όπου έβγαινε το "ποκάρι", το καλύτερο μαλλί.

Τα μαλλιάτα τοποθετούσαν σε καζάνια και τα ζεμάτιζαν με ζεστό νερό, για να φύγουν οι βρωμιές και το φυσικό λίπος τους. Αφού τα άφηναν, περίπου δώδεκα ώρες να μουλιάσουν, τα έβγαζαν και τα μετέφεραν, μέσα σε πανέρια, στη βρύση όπου τα ξέπλεναν με άφθονο νερό. Τα καθάριζαν από τις κολλιτσίδες και τα αγκάθια και στη συνέχεια τα κρεμούσαννα στραγγίσουν και να στεγνώσουν, στους φράχτες.

Αφού στέγνωναν τα επεξεργάζονταν στα λανάρια, τα "λανάριζαν". Με τα λανάρια χτένιζαν τα μαλλιά και ετοίμαζαν τις τουλούπες για το γνέσιμο, δηλαδή τη μετατροπή του μαλλιού σε νήμα. Τα λανάρια ήταν ξύλινα και είχαν συρμάτινα δόντια ή χονδρά σιδερένια καρφιά.

Με το λανάρισμα τα μαλλιά ξαίνονταν και τακτοποιούνταν. Τότε γινόταν και το διάλεγμα. Χώριζαν τα μακριά μαλλιά, που ήταν κατάλληλα για καρπέτες και φλοκάτες. Τα κοντά μαλλιά, τα χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή των σκουτιών, των κιλιμιών και των άλλων υφαντών αυτού του είδους.

Το γνέσιμο γινόταν με τρία κλωστικά εργαλεία: Τη ρόκα, το αδράχτι και το σφοντύλι.

Η ρόκα. Ήτανένααπλόεργαλείο με το οποίο οι γιαγιάδες μας έφτιαχναν τονήμα για το ρουχισμό του σπιτιού, που δεν άλλαξε στη μορφή του και δεν εγκαταλείφθηκε για χιλιετίες, παρά μόνο πριν από πενήντα χρόνια.

Πάνω στη ρόκα στερέωναν τις τουλούπες για να τις γνέσουν.

Μια ξύλινη διχάλα με συνολικό μήκος γύρω στους ογδόντα πόντους ήταν στην απλούστερη μορφή της η ρόκα. Οι μερακλήδες όμως έφτιαχναν περίτεχνες ρόκες από ελατάκια,λυγιές και άλλα ξύλα, που γύριζαν εύκολα. Διάλεγαν λοιπόν το ξύλο, ίσαμε δυο-τρία δάχτυλα χοντρό και το έκοβαν σε ένα σταυρό. Τα πραχάλια, τα κλωνάρια δηλαδή που εκφύονταν από το σταυρό, τα γύριζαν με προσοχή σε σχήμα κύκλου και με διάμετρο γύρω στους τριάντα πόντους για να μπαίνει εκεί η «τουλούπα», το ξασμένο μαλλί με άλλα λόγια.

Οι ροκάδες, δηλαδή αυτοί που έφτιαχναν ρόκες, αλλά και μαγκούρες για τους γέρους και ζέβλες και κρικέλια για τα αλέτρια, τα ξύλα τα ζέσταιναν στη φωτιά για να μαλακώσουν. Στη συνέχεια τα γύριζαν προσεκτικά και με υπομονή και τα έδεναν εκεί που έπρεπε με σύρμα για να «κάτσουν». Για κάμποσες μέρες τα ξύλα αυτά, όπως τα είχαν γυρίσει, τα άφηναν δεμένα για να μη φύγουν από τα σκαριά τους και τα σουλούπια τους. Μετά τα έλυναν και τα γυρίσματα έμεναν στη θέση τους. Επάνω στο στέλεχος έφτιαχναν διάφορα σκαλίσματα - κεντίδια. Χάραζαν το όνομά τους, ολόκληρο ή τα αρχικά, τη χρονολογία κ.ά..

Είναι επίσης γνωστό και το δημοτικό τραγούδι που μιλάει για τη ρόκα.

«Πάρε Μαριώ μ` τη ρόκα σου,

Ωχ, κι έλα τη φράχτη-φράχτη

Βάσανα πω` χει η αγάπη!

Πάρε, Μαριώ μ` τη ρόκα σου

Ωχ, κι εγώ τον ταμπουρά μου

Βάσανα πω `χει η καρδιά μου.»


Το αδράχτι, ήταν κατασκευασμένο από ξύλο και έμοιαζε με λαμπάδα. Στο επάνω άκρο είχε ένα λεπτό άγκιστρο, για να αγκιστρώνεταιτο νήμα και στο κάτω μέροςπροσαρμοζόταν το σφοντύλι.

Το σφοντύλι ήταν ένα στρογγυλό και πλακουδερό ξύλο με διάμετρο γύρω στους έξι πόντους, που με το βάρος του έδινε τη δυνατότητα στο αδράχτι να γυρίζει γρήγορα και να στρίβει το μαλλί.

Το γνέσιμο.

Κύριο στάδιο της υφαντικήςπροεργασίας, είναι το γνέσιμο.

Το γνέσιμο του μαλλιού ή του λιναριού, ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία και

η εργασία αυτή απαιτούσε πολύ υπομονή, προκειμένου να παραχθεί λεπτό νήμα.

Έτσι οι γυναίκες έπρεπε να κλέβουν χρόνο για το γνέσιμο, από άλλες εργασίες, ιδιαίτερα αν αυτές ήταν στην ύπαιθρο. Αναγκαστικά, το γνέσιμο έπρεπε να συνδυάζεται με άλλες οικιακές ή αγροτικές δραστηριότητες. Μπορούσαν να γνέθουν όρθιες ή καθιστές ακόμη και περπατώντας. Η ρόκα δεν τις καθήλωνε στην ίδια θέση, όπως τις καθήλωνε ο αργαλειός. Έπαιρναν τη ρόκα τους και γύριζαν από πόρτα σε πόρτα, από γειτονιά σε γειτονιά και από ρούγα σε ρούγα. Έκαναν τη βόλτα τους, μάθαιναν τα νέα του χωριού και παράλληλα γινόταν και η δουλειά τους.

Οι γνέστρες στερέωναν τη ρόκα στη ζώνη της φουστάνας τους ή κάτωαπό τη μασχάλη τους. Από το λαναρισμένο μαλλί έπαιρναν μια ποσότητα, την τουλούπα και την περνούσαν στη ρόκα, (ηλακάτη). Με το αριστερό χέρι τραβούσαν απαλά λίγο μαλλί από το κάτω μέρος τηςτουλούπας, που ήταν στερεωμένη στη ρόκα, το έστρωναν με τα δάχτυλά τους και το έστριβαν, μετά πάλι το έστριβαν με τον αντίχειρα και το δείκτη του δεξιού χεριού κι έδεναν την αρχή του νήματος στο αδράχτι. Στη συνέχεια, γύριζαν δυνατά το αδράχτι όπως γυρίζουμε τη σβούρα και έτσι λίγο- λίγο το μαλλί περιστρέφονταν και γίνονταν κλωστή. Η περιστροφή του αδραχτιού επιτυγχάνονταν με τη βοήθεια του σφοντυλιού, ανάποδος κώνος με τρύπα στη μέση για να μπαίνει το αδράχτι.

Αν το νήμα το ήθελαν χονδρό, έπιαναν περισσότερο μαλλί. Αν το ήθελαν λεπτό, έπιαναν λιγότερο.

Η άριστη και έμπειρη κλώστρια, είχε τη δυνατότητα να παράγει λεπτοκαμωμένη,

καλοστριμμένη και ομοιόμορφη κλωστή.

Οι γνέστρες συνέχιζαν να τραβούν πάλι μαλλί από τη ρόκα, ξαναέστριβαν, τύλιγαν κι έτσι συνεχιζόταν το γνέσιμο. Όταν γέμιζε το αδράχτι έπρεπε να βγάλουν την κλωστή για να μπορέσουν να γνέσουν κι άλλο. Γι’ αυτό είχαν το τυλιγάδι. Το "τυλιγάδι", ήταν ένα ξύλο μακρύ, μια πήχη περίπου, πού είχε διχάλες στις δυο του άκρες. Αν δεν είχαν τυλιγάδι μπορούσαν να το κάνουν και με τα χέρια τους χρησιμοποιώντας τη διχάλα που σχηματίζει ο αντίχειρας και ο δείκτης με τον αγκώνα. Έτσι η κλωστή γινόταν μια κουλούρα.

Το βάψιμο των κλωστών

Οι κλωστές βάφονταν σε κουλούρες και βέβαια βάφονταν μόνο όσες ήταν από άσπρα μαλλιά. Τα φυσικά μαύρα, τα "λάϊα", δεν βάφονταν, ούτε και τα καστανόχρωμα.

Πριν βαφεί το μαλλί έπρεπε να υποστεί μια ειδική κατεργασία, που στη σημερινή επιστημονική γλώσσα λέγεται πρόστυψη. Με διάφορα λουτρά προετοίμαζαν το μαλλί να δεχθεί στέρεα τις χρωστικές ουσίες. Καταστάλαγμα στάχτης, διάλυση στύψης ή αλατιού χρησιμοποιούνταν για τα λουτρά αυτά. Αφού το νήμα στράγγιζε, βαφόταν σε βραστό νερό. Παλιότερα οι χρωστικές ουσίες ήσαν φυτικές: το ριζάρι για το κόκκινο χρώμα, το ροδάμι του πουρναριού για διαφορετικό κόκκινο, ο μέλεγος για το πράσινο, οι φλούδες της καρυδιάς για το μαύρο, οι γαζίες για το κίτρινο, η φλούδα του πεύκου για το ανοιχτό καφέ, το λουλάκι για το γαλάζιο… Επιτυγχάνονταν έτσι στέρεοι χρωματισμοί, αλλά παρουσίαζαν δυσκολίες στην εύρεση του ακριβούς τόνου. Οι καιρικές συνθήκες της χρονιάς, η σύσταση του εδάφους, η σκληρότητα του νερού, επιδρούσαν στην περιεκτικότητα του διαλύματος σε χρωστικές ουσίες. Έτσι οι συνταγές δεν ήταν σταθερές και η επιτυχία της βαφής εξαρτιόταν από την ικανότητα της τεχνίτριας να βρει το σωστό τόνο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν οι μπογιές του εμπορίου, πού, όταν ήταν καλής ποιότητας, έδινουν σίγουρο και σταθερό αποτέλεσμα.

Για τη σταθεροποίηση των χρωμάτων γινόταν το "στύψιασμα", δηλαδή τελικό λουτρό των βαμμένων νημάτων σε διάλυση στύψης.

Μετά το στέγνωμα, τα μαλλιά, ήταν έτοιμα για την ύφανση, που γινόταν στον "ξύλινο" αργαλειό. Πρώτα όμως οι κουλούρες θα πήγαιναν στην ανέμη και με το ροδάνι θα τυλίγονταν στα μασούρια για να πάνε για ύφανση. Έμπαιναν λοιπόν στην ανέμη που μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από έναν κάθετο άξονα και μαζεύονταν στα μασούρια.

"Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη,

Δώσ’ της κλότσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινίσει…"

Τα μασούρια ήταν μικρά κυλινδρικά καλάμια περίπου 15 εκατοστά που ήταν τρύπια κατά μήκος. Τα μασούρια αυτά γύριζαν με τη βοήθεια του ροδανιού και η κλωστή τυλίγονταν γύρω από το μασούρι.

Το ροδάνι ήταν μια ρόδα που γύριζε με το χέρι γύρω από ένα άξονα. Έτσι που γύριζε μετέδιδε την κίνηση με ένα σκοινί στο μασούρι κι έτσι τυλιγόταν η κλωστή. Τα μασούρια τώρα ήταν έτοιμα να πάνε για να χρησιμοποιηθούν στον αργαλειό.

Το διάσιμο και η ύφανση
Η τελευταία προετοιμασία πριν αρχίσει η ύφανση ήταν το διάσιμο, δηλαδή η διάταξη του στημονιού (νήματος) για το πέρασμα του στον αργαλειό. Ήταν μια εργασία που γινόταν σ' έναν ανοιχτό χώρο τη διάστρα όπως την έλεγαν.

( Για κάποιον που δεν έχει δει, πώς να την περιγράψεις και τι να εξηγήσεις;)
Η πιο πολύπλοκη εργασία ήταν το πέρασμα του στημονιού στον αργαλειό.

Απ' αυτό εξαρτιόταν το είδος της ύφανσης και πολλές φορές και η διακόσμηση του υφαντού.

Υπήρχαν δύο είδη νημάτων, ανάλογα με το ρόλο που επρόκειτο να παίξουν στην ύφανση: το στημόνι και το υφάδι. Το στημόνι ήταν λεπτότερο και περισσότερο στριμμένο, το υφάδι πιο χονδρό (ανάλογα με το ύφασμα) και λιγότερο στριμμένο.

Πάνω στο πισαντί ήταν τυλιγμένο το στημόνι δηλ. οι κόκκινες κλωστές πουχρησιμοποιούνταν ως βάση για την ύφανση. Όλες αυτές οι κλωστές απλώνονταν από το πισαντί σε δεκάδες παράλληλα ζεύγη προς το αντί, που βρισκόταν στο αντίθετο μέρος του αργαλειού, εμπρός από τη θέση τηςυφάντρας, που τον χειριζόταν. Όλα τα παράλληλα ζεύγη του στημονιού περνούσαν μέσα από δύο χτένια που βρίσκονταν το ένα εμπρός από το άλλο και πιο συγκεκριμένα, οι μισές περνούσαν μέσα από το ένα και οι άλλες μισές μέσα από το άλλο. Ανάμεσα στη διπλή σειρά νημάτων, των "στημονιών", η υφάντρα κινούσε παλινδρομικά τη σαΐτα (το μασούρι) από την οποία ξετυλιγόταν το "υφάδι". Μετά από κάθε διαδρομή της σαΐτας, οι δυο σειρές των στημονιών διασταυρώνονταν με το πάτημα των ποδαρικών από την υφάντρα κι έτσι το υφάδι πλεκόταν με τα στημόνια.

Μετά από τα δύο αυτά χτένια, το στημόνι περνούσε μέσα από ένα άλλο σκληρό και δυνατό χτένι, που οι άκρες του κρέμονταν με δύο λεπτές σανίδες από το πάνω μέρος της κατασκευής, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να μπορεί να κινείται όλο το χτένι παράλληλα με τις κλωστές του υφαδιού, ακολουθώντας τη φορά του.

Κάθε φορά που περνούσε η υφάντρα τη μάλλινη κλωστή, με αυτό το σκληρό χτένι χτυπούσε με δύναμη τη μάλλινη κλωστή, κινώντας το μπρος-πίσω, να πάει πολύ κοντά στην προηγούμενη , που είχε περάσει. Έτσι το ύφασμα γινόταν πυκνό.

Αυτό το χτύπημα ήταν το χαρακτηριστικό χτύπημα του αργαλειού που έχει εμπνεύσει λαϊκούς και δημοτικούς δημιουργούς.

Όταν η ύφανση προχωρούσε, τότε η υφάντρα έβγαζε το μεγάλο ξύλο, που ασφάλιζε το πίσω αντί, έβγαζε και το σφίχτη από το αντί και μάζευε το πανί γυρίζοντας το αντί και το πίσω αντί. Τα δεσίματα γίνονταν όταν τελείωνε το υφαντό και έκοβαν τις κλωστές. Μετά έπαιρναν δυο - δυο τις κλωστές και τις δένανε σταυρωτά (σταυρόκομπος).
Για να γίνει μια κουβέρτα ή ένα όποιο αποτέλεσμα, χρειαζόταν πολύ υπομονή και πολλές ώρες δουλειάς.

Οι κατηγορίες των υφαντών

Από την άποψη του σχεδίου τα υφαντά διαιρούνται σε δυο κατηγορίες που καθεμιά τους έχει ιδιαίτερη τεχνική ύφανσης, στα "ριγωτά" και στα "κεντητά στον αργαλειό".

Τα ριγωτά αποτελούνται από αλλεπάλληλες λωρίδες χρωματιστές. Αυτό επιτυγχάνεται με την αλλαγή, κατά διαστήματα, του χρώματος του υφαδιού.

Στα κεντητά στον αργαλειό η τεχνική είναι περισσότερο πολύπλοκη και δύσκολη αλλά και το αποτέλεσμα είναι πολύ πιο ενδιαφέρον.

Τα διακοσμητικά θέματα δημιουργούνται με την κατάλληλη συνεχή εναλλαγή του χρώματος του υφαδιού στην ίδια σειρά. Τα διάφορα χρωματιστά υφάδια θηλιάζονται μεταξύ τους για να μη χωρίζει το υφαντό. Προσεκτικά μετρήματα επιτρέπουν στην υφάντρια ή στον υφαντή να δημιουργεί πάνω στην επιφάνεια του υφαντού ποικίλα πολύχρωμα πλουμίδια: γλάστρες, πουλιά, ανθρώπους, βάζα, γεωμετρικά σχήματα.

Συχνή είναι η παρουσία μικτού είδους, όπου για ορισμένο μήκος εφαρμόζεται η τεχνική του ριγωτού, ύστερα γίνονται κεντητά στον αργαλειό και οι δύο τεχνικές εναλλάσσονται σ' όλο το μάκρος του υφαντού.

Ιδιαίτερη τεχνική απαιτούσε ένα άλλο είδος υφαντών, τα "φλοκάτα". Σ' αυτά, κατά την ύφανση, τοποθετούσαν σ' όλη την επιφάνεια άστριφτα κρόσσια, πού τα στερέωναν ανάμεσα στα στημόνια και τα υφάδια. Έτσι όλο το υφαντό παρουσίαζε μια θυσανωτή επιφάνεια μαλακή και ζεστή. Τα φλοκάτα ήταν συνήθως μονόχρωμα.

Χρήσεις των υφαντών

Οι χρήσεις των μάλλινων υφαντών ήταν ποικίλες :

Με το σκουτί, που ήταν ύφασμα για τις φορεσιές, οι γυναίκες κατασκεύαζαν: φουστάνια, ζακέτες, μεσοφόρια, ποδιές, φανέλες, γιορντάνια και μπούστα, για τον εαυτό τους.

Για τους άνδρες έφτιαχναν σακάκια, παντελόνια, πουκάμισα, βράκες, φανέλες, κάπες και καπότες με τις κουκούλες.
Οι κάπες ήταν κατασκευασμένες από κατσικίσιο μαλλί και τις φορούσαν οι βοσκοί.
Επίσης έφτιαχναν μάλλινα άσπρα σεντόνια.

Μερικά από τα υφαντά για το σπίτι ήταν:
Οι αντρομίδες, χοντρά μάλλινα υφαντά κλινοσκέπασμα με σχέδια.

Οι μπατανίες, σκεπάσματα με διάφορα χρώματα και σχέδια, είχαν κεφαλάρια, δηλαδή χρωματιστές οριζόντιες ραβδώσεις στις δύο στενές πλευρές των υφαντών.

Οι βελέντζες, με ή χωρίς φλόκια, χονδρά σκεπάσματα κόκκινα και μαύρα με ποικίλα διακοσμητικά θέματα.

Τα σαΐσματα, χοντρά στρωσίδια από κατσικίσιο μαλλί.

Τα τράγια τσόλια, που ήταν χαλιά από κατσικίσιο μαλλί.

Οι μαξιλάρες ή προσκέφαλα , για τη στήριξη του κεφαλιού.

Τα κιλίμια, χαλιά που είχαν πάνινο (στρίμα) στημόνι και μάλλινο υφάδι. Ήταν μαύρα, κόκκινα, καφέ, κ.ά . Ήταν μεγαλύτερα συνήθως από τα άλλα υφαντά και στρώνονταν στο πάτωμα.

Τα χράμια, χοντρά στρωσίδια μικρότερων διαστάσεων και με μακριά κρόσσια, που στρώνονταν και πάνω στα σαμάρια των μεταφορικών ζώων τις επίσημες ημέρες.

Οι κουρελούδες, πρόχειρα χαλιά υφασμένα από μικρά διαφορετικά κουρελάκια (παλιά υφάσματα) .

Οι τσαντίλες, αραιοϋφασμένα πανιά για την αποστράγγιση του τυριού.

Οι τάβλες, που ήταν μικρά τετράγωνα υφαντά από πρόβειο μαλλί και τα κρεμούσαν στο χειμωνιάτικο από τις τέσσερις γωνίες τους, για να βάζουν μέσα το ψωμί.

Οι ντορβάδες (σακούλια), μικροί σάκοι, ανοιχτοί επάνω, που χρησίμευαν για τη μεταφορά τροφίμων ή μικρών γεωργικών εργαλείων. Τους κρεμούσαν από τον ώμο με μάλλινο επίσης κορδόνι και με φούντα τις επίσημες μέρες. Ντορβάδες, καμωμένους από τραγόμαλλο, χρησιμοποιούσαν για το τάιισμα των αλόγων και των άλλων μεγάλων ζώων.

Απ' αυτά τα είδη, οι βελέντζες και τα σαΐσματα είχαν και μια επιπρόσθετη επεξεργασία. Τα πηγαίνανε υποχρεωτικά στη νεροτριβή (σ' αυτή έστριβε το νερό ο μυλωνάς, όταν δεν είχε άλεσμα). Τα βάζανε σε μια μεγάλη φυσική (συνήθως) γούρνα,όπου έπεφτε από ψηλά τρεχούμενο νερό. Αυτό συνεχιζότανε για μια βδομάδα περίπου και είχε σαν αποτέλεσμα, με το συνεχές κτύπημα του νερού, να φουσκώνουν, να βγάζουν χνούδι κι έτσι να γίνονται πιο απαλά στη χρήση τους.