Συλλογή Χωριού

Διαφημίσεις

Online Χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 39 επισκέπτες και κανένα μέλος

Ο θάνατος, ως φυσικό αποτέλεσμα και τελευταίος σταθμός της ζωής, ασκεί την επίδρασή του σε κάθε ανθρώπινο όν. Το πένθος είναι οι συναισθηματικές και σωματικές αντιδράσεις και επιπτώσεις που αισθάνονται οι άνθρωποι λόγω θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου. Παρά την παγκοσμιότητα, όμως, του φαινομένου, κάθε περιοχή ακολουθεί τα δικά της έθιμα και το δικό της τυπικό, για να συνοδεύσει τους ανθρώπους της στην τελευταία τους κατοικία. Έτσι και στο Λογκανίκο τελούνταν με τα δικά του χαρακτηριστικά, που διαμορφώθηκαν αιώνες πριν και διατηρούνται αναλλοίωτα στο πέρασμα των χρόνων.


Ο Νεκρός

-Μόλις οι παρευρισκόμενοι διαπίστωναν ότι ο άνθρωπός τους ήταν νεκρός, άνοιγαν κατευθείαν τα παράθυρα, για να μπει καθαρός αέρας και να φύγει το κακό.

-Ένας θα πήγαινε στην πιο κοντινή εκκλησία για να χτυπήσει πένθιμα την καμπάνα και να ειδοποιηθούν έτσι οι κάτοικοι του χωριού για να έρθουν να ανάψουν ένα κερί για την ψυχή του νεκρού και να συμπαρασταθούν στους πενθούντες.

-Κάποιος, που άνηκε στο στενό οικογενειακό περιβάλλον, θα σκέπαζε τα μάτια με τα χέρια του και σιγά - σιγά θα κατέβαζε τα βλέφαρα ως το τέλος.

-΄Εφραζαν το στόμα, τη μύτη και τα αυτιά με βαμβάκι, που θα απορροφούσε τυχόν "υγρά" που θα "έβγαζε" ο νεκρός.

-Με πανί βρεγμένο με κρασί καθάριζαν ολόκληρο το σώμα.

-Στο ντύσιμο ακολουθούσαν συγκεκριμένη σειρά: πρώτα του φορούσαν το σάβανο, μετά τα εσώρουχα, που έπρεπε να είναι καινούρια και αφόρετα, ύστερα παντελόνι ή φούστα, ανάλογα με το φύλο του νεκρού, πουκάμισο ή μπλούζα και τέλος κάλτσες και παπούτσια.

-Σταύρωναν τα χέρια, με το δεξί από πάνω, και τα έδεναν με λευκό μαντίλι.

-Με άλλο λευκό μαντίλι έσφιγγαν το κεφάλι με το πηγούνι, για να κλείσει καλά το στόμα.

-Με λευκές πετσέτες σκέπαζαν τους καθρέπτες και κάθε γυαλιστερή επιφάνεια, καθώς και τις φωτογραφίες εκτός από αυτήν του νεκρού.

-Στη συνέχεια ίσιωναν τα πόδια, διόρθωναν τυχόν ατέλειες στο ντύσιμο και πριν "κρυώσει" τον τοποθετούσαν στο φέρετρο, που έπρεπε να έχει σχήμα "βάρκας" για το πέρασμα στον "άλλο κόσμο", και να είναι φτιαγμένο από ντόπιο ξυλουργό.

-Το φέρετρο το τοποθετούσαν πάνω σε μεγάλο τραπέζι ή πάνω σε δύο καρέκλες και κάτω από αυτό έστρωναν ένα χωριάτικο χαλί (αντρομίδα).

-Άφθονα λουλούδια θα κάλυπταν σιγά - σιγά το σώμα, το οποίο θυμιάτιζαν με λιβάνι συχνά, ενώ κοντά στο κεφάλι έκαιγαν τα κεριά που άναβαν όσοι έρχονταν να τον αποχαιρετήσουν. Το κεφάλι του νεκρού "έβλεπε" πάντα την ανατολή.

-Το ξενύχτισμα , η "αγρυπνία", γινόταν με σκοπό να "κρυώσει" καλά το σώμα, μήπως και ξαναζωντανέψει, αφού μπορούσε να παρουσιαστεί το φαινόμενο της νεκροφάνειας. Συμμετείχαν στενοί συγγενείς, φίλοι και γείτονες, οι οποίοι εκδήλωναν τη συντριβή τους με γοερό κλάμα, ξεφωνητά και μοιρολόγια. Όσοι δεν εκδήλωναν έντονα τη λύπη τους θεωρούνταν σκληροί και αναίσθητοι! Όλη τη νύχτα το πρόσωπο του νεκρού σκεπαζόταν με το σάβανο ή με ένα κομμάτι τούλι.

-Εάν ο νεκρός ήταν παπάς, όλη τη νύχτα διαβαζόταν το "ψαλτήρι" δυνατά, από έναν άλλο παπά. Το “ψαλτήρι” ήταν ένα βιβλίο γεμάτο ευχές για το νεκρό.

Εκφορά και Ταφή

Την ημέρα της κηδείας του νεκρού όλοι άφηναν τις δουλειές τους για να παραβρεθούν στην τελετή. Οι καμπάνες κτυπούσαν συνέχεια και οι κάτοικοι προσέρχονταν στο σπίτι του νεκρού και στην εκκλησία, όπου θα παρακολουθούσαν την νεκρώσιμη ακολουθία.

Το νεκρό έβγαζαν από το σπίτι του, φίλοι, όχι συγγενείς.

Η νεκρώσιμη πομπή σχηματιζόταν με την ακολουθία των εξαπτέρυγων και του παπά, που προηγούνταν του νεκρού και των συγγενών και φίλων που ακολουθούσαν το φέρετρο.

Όσοι στο δρόμο τους θα συναντούσαν την πομπή έπρεπε να παραμερίσουν, να σταθούν προσοχή, να βγάλουν το καπέλο τους και να κάνουν το σταυρό τους.

Όσων τα σπίτια βρίσκονταν κοντά στο δρόμο που θα ακολουθούσε η κηδεία, φροντίζαν να έχουν κλείσει τις πόρτες και τα παράθυρα, για να μην τους "βρει το κακό".

Στην εκκλησία κρατούσαν όλοι ένα κερί αναμμένο, εκτός από τους στενούς συγγενείς. Όταν τελείωνε η νεκρώσιμη ακολουθία, ακολουθούσε το νεκροφίλημα. Πρώτος θα "χαιρετούσε” ο παπάς και μετά η οικογένεια, η οποία, στη συνέχεια, στην πόρτα του ναού, θα δεχόταν τις συλλυπητήριες ευχές, όπως: “Συλλυπητήρια”, “Ζωή σε σας”, “Θεός συγχωρέσ' τον”, “Καλή παρηγοριά”.

Στη συνέχεια τέσσερις νέοι σήκωναν το φέρετρο στον ώμο τους και μετέφεραν το νεκρό στην τελευταία κατοικία. του, στο κοιμητήριο.

Μετά την ταφή μοίραζαν τα κόλλυβα (βρασμένο σιτάρι και ψωμί).

Μετά την Ταφή

Όλοι οι παρευρισκόμενοι στην κηδεία θα έπλεναν συμβολικά τα χέρια τους και θα περνούσαν από το σπίτι του νεκρού, στο οποίο οι συγγένισσες είχαν αντικαταστήσει όλα τα στρωσίδια, με άλλα καθαρά, για το τρισάγιο και τον "καφέ της παρηγοριάς". Προσέφεραν ακόμα παξιμάδι και κονιάκ, για τη συγχώρηση των αμαρτιών του νεκρού και την ανάπαυση της ψυχής του.

Οι πολύ στενοί συγγενείς παρακάθονταν και σε επικήδειο γεύμα, όπου προσφέρονταν φασόλια ή πατάτες φούρνου, ζυμαρικά, ψαρικά και σαλάτες. Το κρέας απαγορευόταν, γιατί επικρατούσε η δοξασία ότι συμβόλιζε το σώμα του ιδίου του νεκρού.

Το βράδυ συγκεντρώνονταν πάλι στο σπίτι που πενθούσε, συγγενείς και φίλοι, φέρνοντας μαζί και φαγητό, για συμπαράσταση και παρηγοριά στους πενθούντες. Στο τέλος όλοι αποχωρούσαν για να αφήσουν όσους έχασαν το "δικό τους άνθρωπο" να ξεκουραστούν και να ηρεμήσουν, μιας και ξημέρωνε η τρίτη μέρα από το θάνατο και το έθιμο επέβαλε να πλυθούν όλα τα στρωσίδια και να καθαριστεί καλά το σπίτι.

Τρισάγιο έκαναν και πάνω στον τάφο κατά την τρίτη, την ένατη και την εικοστή ημέρα από το θάνατο. Την εικοστή μέρα πολλοί έκαναν και θεία λειτουργία και επιμνημόσυνη δέηση, το «συλλείτουργο».

Μέχρι την εκταφή. Το πένθος

Η γυναίκα, για να εκδηλώσει το πένθος της, φορούσε μαύρα ρούχα, μαύρες κάλτσες και μαύρο μαντίλι στο κεφάλι, αν έμενε χήρα ή ήταν μητέρα νεαρού νεκρού. Δεν ήταν συνηθισμένο να κόβει τα μαλλιά της. Δεν κυκλοφορούσε ελεύθερα έξω, επισκεπτόταν μόνο το νεκροταφείο και δεχόταν επισκέψεις στο σπίτι για παρηγοριά.

Η χήρα φορούσε τα μαύρα μέχρι το τέλος της ζωής της. Η παντρεμένη κόρη ή αδελφή τα φορούσε ένα χρόνο, ενώ η αδέσμευτη τρία.

Αν σ' αυτό το διάστημα χρειαζόταν να παραβρεθούν σε κάποιο ευχάριστο γεγονός, σκέπαζαν τους ώμους με ένα λευκό ή χρωματιστό μαντίλι.

Ο άντρας πενθούσε φορώντας μαύρη ταινία στο μανίκι για σαράντα μέρες. Για το ίδιο χρονικό διάστημα έμενε ακούρευτος και αξύριστος.

Το σπίτι δεν στολιζόταν ιδιαίτερα, δεν υπήρχαν λουλούδια στα βάζα, δεν προσέφεραν γλυκά, παρά μόνο καφέδες και παξιμάδια, ούτε μαγειρευόταν κρέας για σαράντα μέρες. Στις πολύ χαρούμενες μέρες - Χριστούγεννα ή Πάσχα -καμιά διακόσμηση δεν έπρεπε να κάνει τους πενθούντες να χαρούν και να ξεχάσουν!

Στο χώρο που πέθανε ο άνθρωπός τους ένα “ακοίμητο”, για σαράντα μέρες, καντήλι θα θύμιζε την απουσία του, ενώ συχνά ο χώρος θα λιβανιζόταν.

Ο Τάφος

Ο παραδοσιακός Λογκανικιώτικος τάφος ήταν ένας οριοθετημένος χώρος με ένα μεγάλο σταυρό στο κεφάλι του νεκρού. Ένα ξύλινο κιβώτιο με τζάμι μπροστά χρησίμευε για την τοποθέτηση του καντηλιού, που, τουλάχιστον τις πρώτες σαράντα μέρες, έπρεπε να είναι "ακοίμητο". Εκεί τοποθετούσαν και τη φωτογραφία του νεκρού, αν υπήρχε φυσικά.

Στο σταυρό αναγραφόταν το ονοματεπώνυμο, η ηλικία και η ημερομηνία θανάτου. Κάποιες φορές συναντούσαμε λίγα λόγια ή κάποιους στίχους που έδειχναν τα συναισθήματα των ζωντανών.

Γύρω από τον τάφο τοποθετούνταν γλάστρες ή φυτεύονταν λουλούδια, κυρίως βασιλικός και τριανταφυλλιές.

Οι συγγενείς ένιωθαν βαριά την ευθύνη της φροντίδας του τάφου, γιατί ο κόσμος ήταν έτοιμος πάντα να "κουτσομπολεύει" και να ερμηνεύει κάθε καθυστερημένη επίσκεψη ως "λησμονιά"!

Δεν ήταν λίγες οι φορές που επισκέπτονταν τον τάφο και με τη συνοδεία ιερέα, για να διαβάσει τρισάγιο ή ευχές, για να μην “βρικολακιάσει” ο νεκρός .

Ήταν άπειρες οι "ιστορίες" για ψυχές που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στο δικό τους περιβάλλον, για "πνεύματα" που έρχονταν και ξανάρχονταν διψώντας για χαρές της ζωής!


Μνημόσυνα

Τα μνημόσυνα, όπως είναι γνωστό, είναι μια κοινωνική υποχρέωση, αλλά και χριστιανικό καθήκον.
Η πανάρχαια αυτή συνήθεια της τελέσεως μνημόσυνου έχει τις ρίζες της από την Αγία Γραφή, την Ιερή παράδοση και τους Αποστολικούς κανόνες, και συμβολίζει τη σχέση και το δεσμό των ζώντων με τους νεκρούς.

Όπως σε όλα τα χωριά των βορείων δήμων, έτσι και στο Λογκανίκο γίνονταν πολλά μνημόσυνα. Εκτός από τα τριήμερα και εννιάμερα, που γίνονταν σε πολύ κλειστό κύκλο, είχαμε τα σαράντα, τα εξάμηνα, το ετήσιο και τα τρίχρονα. Βέβαια οι πολύ στενοί συγγενείς δεν παρέλειπαν την επέτειο του θανάτου.

Τα σαράντα όμως και το ετήσιο ήταν τα επισημότερα, γιατί σ΄ αυτά συμμετείχε όχι μόνο όλο το χωριό, αλλά γνωστοί και φίλοι της οικογένειας απ’ τα γύρω χωριά , που έρχονταν για να συμπροσευχηθούν και να συλλυπηθούν την «τεθλιμμένη οικογένεια».
Το 40ήμερο μνημόσυνο εθεωρείτο σαν τελευταία εκδήλωση των ζώντων προς τον νεκρό, πριν η ψυχή παύσει να περιπλανάται στη γη.
Πιστευόταν ότι η ψυχή επί χρονικό διάστημα 40 ημερών παρέμενε στη γη και περνούσε απ’ όπου είχε περάσει ο αποθανών κατά το διάστημα της ζωής του στη γη.

Έκτακτα μπορούσε να ψάλλεται το όνομα του νεκρού σε κάθε λειτουργία, γιορτή, ψυχοσάββατο κλπ, και κατά την περίοδο που ήταν στο χώμα και μετά την εκταφή.

Η προετοιμασία του μνημόσυνου στα χωριά και τώρα ακόμη, ήταν κατά κανόνα, έργο της οικογένειας. Από την Τετάρτη ζύμωναν τα ψωμιά, τα πρόσφορα και έβραζαν το σιτάρι. Χρησιμοποιούσαν 4 -5 κιλά σιτάρι εκλεκτής ποιότητος, για την παρασκευή κολλύβων, το οποίο έβραζαν σε καζάνι και το παρακολουθούσε γυναίκα, που είχε κάποια πείρα και γνώριζε όλα τα μυστικά του βρασίματος.

Άμα τελείωνε το βράσιμο στραγγιζόταν το σιτάρι και το τοποθετούσαν σε άσπρο καθαρό σεντόνι για να ξεραθεί λίγο, και αμέσως μετά παρασκεύαζαν τα κόλλυβα . Ανακάτευαν το σιτάρι με κοπανισμένα καρύδια, σησάμι, φρυγανιά τριμμένη και μικρή ποσότητα ζάχαρης.
Την Παρασκευή έκοβαν το ψωμί, ετοίμαζαν κατάλληλα και το σιτάρι και το απόγευμα τα μοίραζαν στα σπίτια. Το κάλεσμα γινόταν με ένα κοφίνι κόλλυβα, που θα έφερναν γυναίκες του χωριού στα σπίτια. Με ένα πιατέλο έπαιρναν από το κοφίνι το «συχώριο» και το άδειαζαν στο πιάτο της νοικοκυράς του σπιτιού λέγοντας: «Την Κυριακή είναι το μνημόσυνο του/της τάδε» και έπαιρναν την απάντηση: «Θεός συγχωρέσ` τον/την».

Το Σάββατο έβραζαν το σιτάρι για το μνημόσυνο και το βράδυ ετοίμαζαν το δίσκο, ανακατεύοντας το σιτάρι με λίγες σταφίδες και σπυριά από ρόδια.

Το στόλισμα του δίσκου, ήταν έργο ειδικού. Μετά τον εσπερινό του Σαββάτου συγκεντρώνονται οι στενοί συγγενείς και αρχίζει η προετοιμασία. Ανακατεύουν με αμύγδαλο αλεσμένο και αλεύρι του φούρνου τα κόλλυβα και τα τοποθετούν σ’ ένα ταψί, βάζουν ζάχαρη ψιλή και έπειτα το στολίζουν με διαφόρων μεγεθών ασημί κουφέτα. Στο μέσο σχηματίζουν με κουφέτα ένα σταυρό, δεξιά και αριστερά διάφορα λουλούδια και στη βάση τα αρχικά του ονόματος του αποθανόντος.

Το πρωί της Κυριακής πήγαιναν όλοι στο σπίτι του νεκρού και σύσσωμοι ξεκινούσαν για την εκκλησία, συνοδεύοντας το δίσκο με ένα κάνιστρο, που μέσα είχαν βάλει το ψωμί και ένα πανέρι με τυρί.

Αφού τελούνταν η Θεία Λειτουργία και το μνημόσυνο, μοίραζαν τα κόλλυβα. Τα τεμάχια που προορίζονταν για τον ιερέα, τους ψάλτες, τον πρόεδρο της κοινότητος, τους δασκάλους, τους επιτρόπους και το νεωκόρο, ήσαν μεγαλύτερα.

Η διανομή των κολλύβων γινόταν από τους συγγενείς και φίλους που τα είχαν τοποθετήσει μέσα σε πανέρια, έξω από το ναό . Τότε δεν υπήρχαν ούτε χαρτοσακούλες ούτε ειδικοί φάκελοι. Οι εκκλησιαζόμενοι φρόντιζαν να έχουν ένα μαντηλάκι και μέσα σ΄ αυτό έβαζαν τα κόλλυβα. Στη συνέχεια πήγαιναν στο σπίτι του νεκρού και έπαιρναν ένα μεζέ βακαλάο και κρασί.

Το απόγευμα της Κυριακής πήγαιναν στον τάφο και έκαναν τρισάγιο.

Η εκταφή του νεκρού γινόταν στα τρία ή πέντε χρόνια. Έπρεπε να έχει λιώσει καλά το σώμα, για μην αναγκάζονταν να το ξαναθάψουν.

Συγγενείς και μερικοί συγχωριανοί ειδικευμένοι άνοιγαν τον τάφο, έβγαζαν ό,τι είχε απομείνει από τα ρούχα του νεκρού και τα ξύλα του φέρετρου και καθάριζαν όλα τα κόκαλα από το χώμα, αφού τα συγκέντρωναν προσεκτικά. Έπειτα τα έπλεναν, τα στέγνωναν, τα ράντιζαν με κρασί και βασιλικό, και τα τοποθετούσαν σε ξύλινο κιβώτιο.

Τα οστά έπρεπε να τα διαβάσει ο παπάς γι` αυτό είχαν καλέσει τον παπά είτε πριν ανοίξουν τον τάφο είτε πριν τοποθετηθούν με το κιβώτιο στο χωνευτήρι του νεκροταφείου.

Εξωτερικά το κιβώτιο έφερε το ονοματεπώνυμο του νεκρού. Μέσα στο κιβώτιο υπήρχε στρωμένο κάτασπρο καινούριο ύφασμα.


Τελικός προορισμός του ήταν το “χωνευτήρι”, όπου εκεί τοποθετημένο με τάξη και χρονολογική σειρά θα θύμιζε την ύπαρξη του συγκεκριμένου ανθρώπου στο παρελθόν.

Κάπως έτσι έφευγαν οι παλιοί Λογκανικιώτες απ' αυτή τη ζωή και περνούσαν στην άλλη, την αιώνια. χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς πολυτέλειες, χωρίς στεφάνια και νεκροφόρες, μέσα από την αγάπη και τη φροντίδα των ανθρώπων που τους αγάπησαν και ένιωσαν βαθιά το κενό που δημιούργησε ο χαμός τους.

Αυτή τη δύσκολη ώρα κυριαρχούσε η υποχρέωση και το συναίσθημα, χωρίς καμία προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων και αυτά είναι που αξίζουν!

Πηγή http://thassos-island.gr