Συλλογή Χωριού

Διαφημίσεις

Online Χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 70 επισκέπτες και κανένα μέλος

Ο κύκλος της ζωής...
Γεννιέσαι, ζεις, πεθαίνεις.
Όλοι θα το βιώσουμε. Όλοι ανεξαιρέτως, ανεξαρτήτως φύλλου, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης. Ο,τι κι αν είσαι, ο,τι κι αν κάνεις θα έρθει μια μέρα που η ζωή τελειώνει. Είναι θέλημα Θεού; Είναι εντολή Του; Ο,τι κι αν είναι, αυτή είναι η κατάληξη του καθενός μας.
Πως όμως μπορείς να δεχτείς κάτι τέτοιο; Ποιός ανθρώπινος νους μπορεί να συνθηκολογήσει σε μια τέτοια ιδέα όταν μάλιστα δεν έχει επέλθει το πλήρωμα του χρόνου; Ο θάνατος ενός ηλικιωμένου ανθρώπου, μπορεί να γίνει αποδεκτός με λιγότερο πόνο λόγω της ηλικίας του. Ο θάνατος ενός παιδιού ( του παιδιού ) είναι μια οδυνηρή εμπειρία, μια αδυσώπητη πραγματικότητα και ο πόνος είναι σπαρακτικός. Ο δεσμός γονιού και παιδιού είναι τέτοιος, που, αν πεθάνει το παιδί, ο γονιός χάνει ότι πολυτιμότερο έχει, νιώθει να του ξεκολλάνε τα σωθικά του, όπως η μέλισσα όταν ρίχνει το κεντρί της και μετά πεθαίνει.


Δεν υπάρχουν λέξεις, δεν υπάρχει τρόπος να απαλύνεις, να διώξεις το σκοτάδι, τα μαύρα σύννεφα του πόνου και της συμφοράς που βαραίνουν την πονεμένη καρδιά.
Πως να παρηγορήσεις τον Μπάρμπα-Νιόνιο!!! Τον βρήκα πάνω στον τάφο του παιδιού του, του μονάκριβου παιδιού του να σπαράζει. " Παιδί μου, εγώ έπρεπε να ήμουν εκεί...όχι εσύ". Η μονάκριβη κόρη του χτυπημένη από αγιάτρευτη αρρώστια, δεν του είπε τίποτα μη τον στενοχωρήσει.
Ο Μπάρμπα-Νιόνιος, το έμαθε λίγες ώρες πριν..
Η ζωή, του έδειξε το κακό της πρόσωπο από τα μικρά του χρόνια. Η συγκλονιστική ιστορία του Πατέρα του, είχει λαβώσει την παιδική του καρδιά και έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη του. Το λάθος του Πατέρα του ήταν, οτι αγάπησε μια κοπέλα που κι αυτή τον αγάπησε. Εκείνα τα χρόνια, κάτι τέτοιο ήταν ατιμωτική πράξη. Εκείνος φτωχός και εκείνη από ''καλή'' και ''μεγάλη'' οικογένεια.


Η απόφαση από τους γονείς της κοπέλας ήταν τελεσίδικη.
"Θα πεθάνει πρώτα αυτός και μετά η κόρη μας που ατίμασε την υπόληψη της οικογένειας".
Φεύγει αυτός όχι από φόβο η δειλία. Το να παρατάς κάτι, δε σημαίνει οτι είσαι αδύναμος. Κάποιες φορές σημαίνει πως είσαι αρκετά δυνατός για να το αφήσεις. Έφυγε γαι να αποχτήσει ''προσόντα'', να μπορέσει να τη ζητήσει από τους γονείς της μια μέρα. Ορκίστηκε για αυτό. Με τη βοήθεια μερικών συγγενών τα κατάφερε. Έβγαλε γυμνάσια και σχολαρχεία, πήρε το δίπλωμα του Δασκάλου, μέχρι και στην Αργεντινή έφτασε μετανάστης.
Όταν όλα ήρθαν όπως τα ήθελε, γύρισε στο χωριό του να πάρει την κοπέλα που όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε κοιτάξει άλλον άντρα. Τον περίμενε. Όλοι είχαν μαλακώσει, τον δέχτηκαν σαν γαμπρό και έγινε ο γάμος. Κράτησε τον όρκο του. Απέκτησε τρία κορίτσια, τρία αγγελούδια και ήταν υπόδειγμα οικογενειάρχη.
Μια κακιά επιδημία γρίπης που έσπερνε θανατικό όπου περνούσε, χτύπησε το σπίτι του Πατέρα του. Η Μάννα με τα τρία αγγελούδια της έλιωναν σαν κερί στη σάλα του μικρού σπιτιού και ο Πατέρας στο χειμωνιάτικο, ψηνόταν από τον ίδιο πυρετό. Η Μάννα με τα τρία αγγελούδια της δεν άντεξαν. Δεν υπήρχε ένα κινίνο, μια ασπιρίνη να δροσιστούν από την κάψα του κακού πυρετού. Τέσσερα φέρετρα βγήκαν την ίδια στιγμή από το ίδιο σπίτι. Ο Πατέρας με κόπο και με κραυγές που έφταναν μέχρι τον ουρανό παρακαλούσε το Θεό να τον πάρει κι αυτόν. Έζησε, για να θυμάται, και να ζήσει το δικό του δράμα, το δικό του μαρτύριο για όλη του τη ζωή.
Πολλές φορές ο Μπάρμπα-Νιόνιος κάθεται στο πεζούλι, εκεί όπου ο Πατέρας του, του είχε διηγηθεί την ιστορία της ζωής του. Τον θυμάται να φωνάζει με σπαραγμό τα ονόματα της γυναίκας του και των τριών μικρών κοριτσιών του.
Γιατί τόσος πόνος σε έναν άνθρωπο!!!
Θυμάται ακόμα κάτι που του είχε πει ο Πατέρας του. << Διονύσιε, αγάπησα και πλήρωσα πολύ ακριβά. Πρόσεχε στη ζωή σου, παιδί μου >>. Τα θυμάται αυτά τα λόγια και με αυτά πορεύεται.
Έζησε πολέμους ο Μπάρμπα Νιόνιος, φτώχεια, κατοχή δυσκολίες αμέτρητες, αλλά δε λύγισε. Άντεξε. Άντεξε κι όταν έχασε την σύντροφό του στη ζωή. Το κορίτσι που είχαν μαζί ήταν το στήριγμά του, η ψυχή του, η ζωή του όλη.
Τα μεταπολεμικά χρόνια, τα πέτρινα και σκληρά, σαν Δάσκαλος, τα πέρασε σε άγονα μέρη διδάσκοντας υπό άθλιες συνθήκες σε σχολεία-παράγκες που τα παιδιά κάθονταν κάτω στο χώμα σταυροπόδι. Τα κατάφερε. Ήταν καλός Δάσκαλος, αγαπούσε αυτό που έκανε για αυτό ¨εφτιαξε¨ πολλούς και καλούς επιστήμονες.
Άντεξε και τότε που η μονάκριβη κόρη του αποφάσισε να ακολουθήσει τον Μοναχισμό. Αυτό ήθελε να κάνει το παιδί του, ''σεβάστηκε'' την επιθυμία του και ''αγάπησε'' την απόφασή του. '' Ήταν να γινει''.
Βοήθησε. Έδωσε την πνευματική και υλική ζωή του, αλλά και η κόρη του δεν τον απογοήτευσε. Είχε Θεϊκά χαρίσματα και ανώτερες Αρετές. Φωτεινή μορφή με βαθυστόχαστο προφητικό βλέμμα. Μετριοφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, ασύλληπτη καλοσύνη και εγκαρδιότητα. Τα λόγια της μετέδιδαν μια γλυκύτητα σαν Ουράνια αύρα που άγγιζε την ψυχή. Είχαν οσμή Θεού, είχαν άρωμα Θεού τα λόγια της, γιατί έβγαιναν από μια καρδιά που κατοικούσε ο Θεός.
Αρετές που δεν άργησε να αναγνωρίσει η αδελφότητα της Μονής και ομόφωνα την εξέλεξαν Ηγουμένη τους. Γερόντισσα στη γλώσσα των Μοναχών.
Ως Γερόντισσα, το μικρο ξεχασμένο και ερειπωμένο Μοναστήρι ξαναζωντάνεψε. Σαν όαση στην έρημο μοιάζει τώρα στο ξερό και άγονο ύψωμα της Αρκαδικής γης. Με τέχνη, μεράκι και ευλάβεια αναπαλαιώθηκαν τα παλιά κτίσματα και καινούργια χτίστηκαν για τις ανάγκες των Μοναχών καθώς η αδελφότης μεγάλωνε.
Ο Μπάρμπα Νιόνιος, άγνωστος στρατιώτης, αφανής ήρωας ήταν πάντα εκεί, δίνοντας το αίμα του, δίνοντας τη ζωή του.
Κάποιοι άνθρωποι που βοήθησε, όχι μόνο τον ξέχασαν, έκαναν κάτι χειρότερο. Τον απαρνήθηκαν και τον πλήρωσαν με αχαριστία για ότι καλό τους είχε κάνει.
Μια ατέλειωτη ανηφόρα, ένας Γολγοθάς με έναν βαρύ Σταυρό ήταν το τίμημα της ζωής του.

Ανέβαινε την ανηφόρα της ζωής με περίσσια υπομονή και καρτερία κοιτάζοντας πάντα ψηλά. Κι εκεί που νόμιζε οτι είχε φτάσει στην κορυφή, εκεί που νόμιζε οτι ο κύκλος του θα κλείσει ( είχε το γνώθι σ’αυτόν, ήξερε οτι δε θα ζήσει αιώνια ) η ζωή, του έδειξε άλλη μια φορά το κακό της πρόσωπο. Μια σπρωξιά και τον... σωριάζει κάτω, ανήμπορο να σηκωθεί. Ο χαμός του παιδιού του τον τσάκισε.
Έμεινε μόνος του ο Μπάρμπα Νιόνιος. Θρύψαλα έγινε η ζωή του. Συντρίμμια βλέπει παντού. Το γέλιο έσβησε από τα χείλη του, λιγόστεψε η αναπνοή του. Στάχτη γίναν τα όνειρα πικρό το δάκρυ στάζει, ο πόνος ειν' αβάσταχτος σαν παίρνει και βραδιάζει.
Έγειραν οι πλάτες όχι από τον ένα περίπου αιώνα που τις βαραίνει, αλλά από τον πόνο που κουβαλάει μέσα του.
Μόνο πάνω στο μνήμα του παιδιού του βρίσκει ανακούφιση. Κοροϊδεύει τον εαυτό του, προσπαθεί να κάνει αλήθεια ένα ψέμα!!
Ο Πατέρας του παρακαλούσε το Θεό να τον πάρει, να μη τον αφήσει να ζήσει το μαρτύριο σε όλη του τη ζωή, το ίδιο κάνει και ο Μπάρμπα Νιόνιος πάνω στην κρύα πλάκα που σκεπάζει το παιδί του.
Έχει κάνει σπίτι του, τον τάφο του αγαπημένου του παιδιού.

Απόψε λύγισε η αντοχή!!!!

Κουράγιο Μπάρμπα Νιόνιο....

Με αγάπη ο φίλος σου Γιώργης Ιατρού από την Αμερική.

25 Φεβρουαρίου 2014