Συλλογή Χωριού

Διαφημίσεις

Online Χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 44 επισκέπτες και κανένα μέλος

Οι Λογκανικιώτες στα παλαιότερα χρόνια, ως κύρια απασχόληση είχαν τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Τις περισσότερες μέρες του χρόνου τις αφιερώνανε στην καλλιέργεια των χωραφιών και στη συγκομιδή των καρπών.

Καθημερινή τους φροντίδα επιπλέον ήταν και η βόσκηση και εκτροφή των ζώων.

Το κάθε σπίτι είχε απαραίτητα τρεις-τέσσερις κατσίκες, κότες, γουρούνια αλλά και άλογα, βόδια, μουλάρια και γαϊδούρια, και σε πολλές περιπτώσεις και γιδοπρόβατα.

Αγροτικές απασχολήσεις

Α. Προετοιμασία των χωραφιών-ξεχέρσωμα και χτίσιμο ξεροπεζούλων

Η πρώτη και κύρια εργασία στον κύκλο της παραγωγής, ήταν η σπορά. Όλα τα άλλα, βοτάνισμα, θέρισμα, αλώνισμα, άλεσμα του καρπού κ.λ.π. ήταν συνέπειες της ευλογημένης σποράς.

Προτού φτάσουμε όμως στη σπορά και στο όργωμα των χωραφιών θα σταθούμε στην προετοιμασία αυτών.

Χρειάστηκε δουλειά πολλών χρόνων για το ξεχέρσωµα στα δάση και τους λόγγους και το χτίσιμο των ξεροπεζούλων.

Τα χωράφια ήταν γεμάτα με τη φυσική, άγρια βλάστηση. Έβρισκες εκεί από αγριάδες, αγκάθια, βάτα , θάμνους και μικρά δέντρα.

Από τον Αύγουστο μέχρι τα μέσα Σεπτέμβρη κόβανε τα αγριόβατα, τις αγριάδες, τα αγριάγκαθα και κάθε βλαβερό φυτό, που είχε βλαστήσει στα ήμερα χωράφια. Τα κομμένα τα μαζεύανε σε μικρούς σωρούς κατά διαστήματα στο χωράφι. Εκεί τα καίγανε προσέχοντας να μη μεταδοθεί η φωτιά.

Στα δάση η βόσκηση γινότανε όλες τις εποχές. Στα καλλιεργούμενα χωράφια βοσκούσαν ζώα μόνο μετά το θερισμό, μέχρι την εποχή της σποράς. Η κίνηση των ζώων στο χρονικό αυτό διάστημα είχε σαν συνέπεια το γκρέμισμα των μαντρότοιχων, που ήταν χτισμένοι ολόγυρα στα χωράφια. Άλλωστε οι τοίχοι αυτοί (οι λεγόμενες ξεροπεζούλες) δεν ήταν ούτε γερά χτισμένοι ούτε με μεγάλες πέτρες.

Πολλές φορές οι νεροποντές γκρέμιζαν και τμήματα των κάθετων τοίχων, που ήταν χτισμένοι για να στηρίζουν πλευρικά το έδαφος.

Έτσι έπρεπε ο νοικοκύρης να κάνει τοχτίσιμο των πλευρικών τοίχων ή να επισκευάσει τα γκρεμισμένα τμήματα των μαντρότοιχων, για να μη μπαίνουν ζώα από τα γειτονικά κτήματα.

Η τοιχοποιία των στοιχειωδών αναβαθμίδων γινόταν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη γίνεται καμιά διαρροή νερού από τη μια αναβαθμίδα στην άλλη., που θα είχε σαν αποτέλεσμα το ξέπλυμα και τη διάβρωση του εδάφους.

Με τις προπαρασκευαστικές αυτές εργασίες, το χωράφι ήταν έτοιμο για σπορά και όργωμα ή σκάψιμο.

Β. Το όργωμα

Το όργωμα γινόταν σε δύο περιόδους.

α. Το όργωμα της Άνοιξης για βελτίωση των χωραφιών (χωρίς σπορά).

β. Το όργωμα του Σεπτέμβρη. (Σπορά και όργωμα).

Με το όργωμα του Σεπτέμβρηανακάτευαν το χώμα για να σκεπαστεί ο σπόρος.

Το όργωμα το έκανε συνήθως ο ίδιος ο κτηματίας αν διατηρούσε βόδια.

Χρησιμοποιούσε το αλέτρι (άροτρο), το ζυγό και ένα ζευγάρι βόδια .

Το όργωμα είχε πολλές χρησιμότητες. Πρώτα - πρώτα σκέπαζε το σπόρο με χώμα. Ανακάτευε το έδαφος φέρνοντας στην επιφάνεια χώμα πλούσιο σε συστατικά , ώστε να τραφεί καλύτερα το φυτό.

Την προηγούμενη μέρα από το όργωματης σποράς έπρεπε να γίνουν κάποιεςπροετοιμασίες : Κατ` αρχήν έπρεπε να ετοιμάσουν το σπόρο, τον οποίο απολύμαιναν ανακατεύοντάς τον με διάλυμα γαλαζόπετρας. Συνήθιζαν να βάζουν μέσα στο σπόρο καρύδια, για να γίνει χοντρό το σπυρί του σιταριού και κρεμμύδια ολόκληρα μαζί με το σπόρο της φακής, για να βράζει η φακή που θα έβγαζαν.

Έπρεπε να ελέγξουν και να διορθώσουν τυχόν βλάβες στο ζυγό και το αλέτρι.

Ακόμη κατά τη διάρκεια της νύχτας έπρεπε να ταϊστούν καλά τα ζώα, δύο και τρεις φορές, ώστε να είναι δυνατά την επόμενη μέρα στο όργωμα.

Τα βόδια ζεμένα με το ζυγό σέρνανε πίσω τους το αλέτρι, που το κατεύθυνε ο ζευγολάτης. Με αυτόν τον τρόπο άνοιγε στο έδαφος αυλακιές.

Τα βόδια τα παρακινούσε ο ζευγολάτης πότε με τις φωνές (φωνάζοντας χο…χο) και πότε με ένα σουβλερό ραβδί, που το λέγανε βουκέντρα.

Μετά το όργωμα του χωραφιού, ο ζευγολάτης πάταγε σε μια σανίδα με ξύλινα ή σιδερένια καρφιά από κάτω, δεμένη με σκοινί, τη σβάρνα, που τη σέρνανε τα βόδια εύκολα χωρίς το αλέτρι. Με τη σβάρνα τριβόντουσαν οι σβόλοι και η επιφάνεια του χωραφιού γινότανε επίπεδη και αφράτη για να βλαστήσει καλύτερα ο σπόρος.

Εκτός από βόδια στο όργωμα χρησιμοποιούσαν και μουλάρια. Για να γίνεται καλύτερα η έλξη του αλετριού, έβαζαν στο ζευγάρι των μουλαριών δύο λαιμαριές πάνω στις οποίες έδεναναλυσίδες που συγκρατούσαν το ζυγό, που βρίσκονταν κάτω από την κοιλιά των ζώων.

Στα επίπεδα χωράφια, όπου υπήρχε υπόνοια ότι μπορεί να λιμνάσει νερό, ο ζευγάς μετά το τέλος του οργώματος κατευθύνοντας τα ζώα, έσερνε με το αλέτρι σε κατάλληλες θέσεις, ανοικτές αυλακιές, για να παίρνουν τα περισσά νερά και να τα ρίχνουν έξω από το χωράφι σε τυχόν παρακείμενο ρυάκι ή δρόμο.

Στα χωράφια που ήταν πετρώδη και στενά και δε χώραγε το ζευγάρι να καματέψει, γινόταν σκάψιμο με κασμάδες. Με κασμάδες (ξινάρια) σκάβανε και τις άκρες του οργωμένου χωραφιού ή τις γωνίες που δεν μπορούσε να φτάσει το αλέτρι.

Το σκάψιμο ήταν βαριά, κοπιαστική εργασία και γινότανε την ίδια εποχή με το όργωμα. Συνήθως γινόταν από τους ίδιους τους νοικοκυραίους.

Για να μην καθυστερούνε τη δουλειά οι γυναίκες ετοιμάζανε το φαΐ από το προηγούμενο βράδυ και το παίρνανε μαζί στο χωράφι.

Γ. Η σπορά

Πρώιμη καλλιέργεια

Η σπορά άρχιζε πολύ πρώιμα στο βουνό. Την ημέρα της Γιορτής της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτέμβρη) βάζανε σε ένα μαντήλι μια χούφτα σπόρους και το πηγαίνανε στην εκκλησία για να ευλογηθεί από τον ιερέα.

Λίγο, έπειτα από τα πρωτοβρόχια, άρχιζε ο ζευγάςνα οργώνει τα χωράφια, που θα έσπερνε αργότερα. Συνήθως έσπερνε σιτάρι και αραποσίτι, φακές, ρεβίθια, πατάτες και λαθούρι για τα ζώα .

Πολλές φορές μερικοί νοικοκυραίοι καθυστερούσανε, για διάφορους λόγους, τη σπορά και την έκαναν στο τέλος του Σεπτέμβρη ή και τον Οκτώβρη.

Στα χωράφια του κάμπου τη σπορά την έκαναν αρχές Νοέμβρη μέχρι τις 20 του ίδιου μήνα.

Έβγαζε ο κάθε ζευγάς το σπόρο της ημέρας από τη μεγάλη σανιδένια αποθήκη του (το κασόνι) καιτον έβαζε μέσα στο σακούλι. Φόρτωνε στο γαϊδούρι το αλέτρι, το ζυγόαπ' τη μια μεριά, κι απ' την άλλη το σπόρο, την τροφή, το νερό, τα εργαλεία και τα λοιπά εφόδια και ξεκινούσε για το χωράφι.

Όταν έφτανε στο χωράφι, ξεφόρτωνε τα πράγματα καιτα έβαζε σε μια άκρη. Έπειτα άρχιζετη σπορά. Έβαζε μέσα στο δισάκι του, τον ανάλογο σπόρο, απ' τη σακούλα. Ξεκινούσε από την άκρη του χωραφιού. Γέμιζε τη χούφτα του δεξιού χεριού του με σπόρο και το τέντωνε προς τα κάτω, με την παλάμη προς τα εμπρός και τον καρπό του χεριού προς τα πίσω. Βαδίζοντας αργά-αργά, σκορπούσε το σπόρο λίγο-λίγο, στο χωράφι, με μια επιδέξια κίνηση του χεριού, προς τη διεύθυνση που ήθελε (εμπρός, δεξιά ή αριστερά) όσο μπορούσε μακρύτερα. Έπρεπε να προσέχει ώστε η σπορά να είναι ομοιόμορφη. Αφού τελείωνε τη σπορά αμέσως μετά όργωνε το έτοιμο, καθαρισμένο από πέτρες και χόρτα χωράφι, μάζευε τα πράγματά του και επέστρεφε στο σπίτι.

Για να μην αδυνατίσει το χώμα σε συστατικά ο κάθε νοικοκύρης μπορούσε να αλλάζει κάθε χρόνο την καλλιέργεια στο χωράφι ή να το άφηνε σε αγρανάπαυση.

Τη μια χρονιά έσπερνε ένα είδος και την άλλη άλλο.

Όψιμη καλλιέργεια

Από τα μέσα Μαρτίου έπρεπε να σπείρουν το αραποσίτι ή το καλαμπόκι στα ποτιστικά. Έσπερναν όμως και σε μερικά ξερικά χωράφια και εάν είχε βροχές τον Ιούνιο-Ιούλιο, έπαιρναν και από αυτά αρκετό καρπό.

Το αραποσίτι, όταν έφτανε σε ύψος 15-20 εκατοστά, το άριεβαν (αραίωναν) και το σκάλιζαν για να καταστρέψουν τα αγριόχορτα και να γίνει απαλό το χώμα, ώστε να απορροφά περισσότερο νερό. Όταν το περίβλημα του καρπού (φλέτσι) άρχιζε να ασπρίζει, έκοβαν το βλαστό πάνω από τον καρπό (λούκι) και τα φύλλα, τα οποία τα ξέραιναν απλώνοντάς τα στον ήλιο προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν για χειμερινή ζωοτροφή (τζίφα). Αργότερα όταν ξεραινόταν και το φλέτσι του καρπού, έκοβαν τα λούκια και τα έφερναν στο αλώνι ή στο σπίτι για να βγάλουν τον καρπό με το στούμπημα.

Περισσότερα για το ξεφλέτσιασμα και το στούμπημα του καλαμποκιού στο σύνδεσμο "Αλληλοβοήθεια και συνεργασία" στην υποενότητα "Κοινωνικός Βίος" της ενότητας Λαογραφία.

Δ. Το βοτάνισμα

Το βοτάνισμα γινότανε συνήθως (τον Απρίλη και το Μάιο στους κάμπους κι αργότερα στο βουνό)σύμφωνα με το είδος σιτάρι, καλαμπόκι κ.λ.π.

Ήταν μια υποχρεωτική καλλιέργεια γιατί έπρεπε να βγάλουν με τα χέρια ή με το σκαλιστήρι όλα τα ζιζάνια που είχαν φυτρώσει μέσα στα σπαρτά και να αφήσουν μόνο την κύρια καλλιέργεια, για να αναπτυχθεί καλύτερα.

Το βοτάνισμα είχε βέβαια και μια πρόσθετη ωφέλεια, καθώςμε τα φρεσκοκομμένα χόρτα ταΐζανε τα ζώα.

Ε. Ο θερισμός

Ο θερισμός ή το θέρισμα γινόταν δύο φορές το χρόνο. Ο ένας με το θέρισμα του κριθαριού και του σιταριού το μήνα Ιούνιο και ο άλλος τον Οκτώβριο με το θέρισμα του αραποσιτιού (αραβοσίτου). Προηγούνταν πάντοτε τα κριθάρια και ακολουθούσαν τα σιτάρια. Τα κριθάρια σπέρνονταν γρηγορότερα και θερίζονταν γρηγορότερα.

Το θέρισμα ήταν κουραστικό, κοπιώδες, επίπονο και διαρκούσε αρκετές ημέρες.

Ο θερισμός γινότανε με δρεπάνια από άντρες και γυναίκες και άρχιζε πρωί - πρωί με τη δροσιά. Πριν ξεκινήσουν το θέρισμα οι θεριστές περνούσαν το δρεπάνι τρεις φορές γύρω-γύρω από τη μέση τους, για να μην πιαστεί .

Όταν πρωτόμπαιναν στην άκρη του χωραφιού, στο κάτω μέρος συνήθως, έκαναν το σταυρό τους, επικαλούνταν τη βοήθεια του Θεού κι άρχιζαν το θέρισμα. Θέριζαν τρεις τέσσερις καλές χεριές, όσο δηλαδή χωράει η μια χούφτα, τις ένωναν, ξεχώριζαν τις μακρύτερες καλαμιές και με αυτές έδεναν το χερόβολο.

Οι θεριστές ξεκινάγανε σε μια ευθεία γραμμή, ο ένας δίπλα στον άλλο. Αρχίζανε από τη μία άκρη του χωραφιού και θερίζοντας φτάνανε στην άλλη άκρη.

Στο θερισμένο χωράφι έμενε το κάτω μέρος από το στάχυ, η καλαμιά, που χρησίμευε για να βοσκούνε τα ζώα.

Ο θερισμός συνεχιζόταν μέχρι τις δέκα το πρωί, οπότε και οι θεριστές σταματούσαν να πάρουν μια ανάσα και να φάνε λίγο κολατσιό, που αποτελούνταν συνήθως από ψωμί, τυρί, ελιές και αυγά.

Κατόπιν συνέχιζαν το έργο τους, που γινόταν όλο και πιο δύσκολο: είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από την κούραση, που προκαλούσε το συνεχές σκύψιμο, και μια αβάσταχτη ζέστη, που γινόταν ανυπόφορη όσο ο ήλιος ανέβαινε πιο ψηλά.

Οι γυναίκες ιδιαίτερα για να προστατευθούν φορούσαν άσπρο μαντήλι. Φορούσαν επίσης χοντρές κάλτσες μέχρι τα γόνατα για να προφυλάσσονται από τα "τσιμπήματα" , που προκαλούσαν οι καλαμιές, αλλά και τα αγκάθια , που ήταν διάσπαρτα στο χωράφι.

Η κούραση όμως και η ταλαιπωρία δεν έκαναν τους θεριστάδες να χάνουν το κέφι τους. Έλεγαν διάφορα αυτοσχέδια τραγούδια σχετικά με τον θερισμό.

Το μεσημέρι σταματούσαν πάλι για να φάνε και για να ξαποστάσουν. Τα συνήθη φαγητά ήταν : καγιανάς με παστό, κοτόπουλο με χιλοπίτες, βακαλάος, σκορδαλιά με κολοκύθια και πλατοκούκια μαγειρευτά.

Τα φαγητά τα κουβαλάγανε σε σακούλια (ντορβάδες μάλλινοι κρεμαστοί σάκοι).

Το πόσιμο νερό το μεταφέρανε με παγούρια ή με ξύλινο βαρέλι, που κράταγε το νερό λίγο κρύο.

Εξακολουθούσαν να θερίζουν μέχρι το σουρούπωμα, οπότε επέστρεφαν στο σπίτι όπου τους περίμεναν κι άλλες δουλειές. Κάποιες φορές όμως τύχαινε να παραμείνουν και να κοιμηθούν στα χωράφια, ώστε να κερδίζουν χρόνο για την επόμενη κοπιαστική μέρα.

Τα χερόβολα έμεναν στο χωράφι λίγες μέρες για να ξεραθεί καλά η καλαμιά τους.

Τρία ή τέσσερα χερόβολα κάνανε ένα λημάρι. Τα δέκα περίπου λημάρια έκαναν τοφόρτωμα.

Τα φορτώματα τα κουβαλάγανε με μουλάρια και τα πηγαίνανε δίπλα στο αλώνι, όπου τα θημωνιάζανε. Δηλαδή τα κάνανε μεγάλους σωρούς στρογγυλούς ή τετράγωνους προσεκτικά βαλμένα σαν να χτίζανε τοίχο και την κορφή την έκαναν σαν σκεπή με κλίση και με τα στάχυα προς τα κάτω.. Κάθε μεγάλος σωρός λεγότανε θημωνιά.

Γιατις φακές και τα φαβοκούκια ο θερισμός γινότανε τον Ιούνιο ή Ιούλιο.

Τα φασόλια και τα κουκιά στα ποτιστικά μαζεύονταν με τα χέρια το Σεπτέμβριο. Δουλειά πολύ κοπιαστική και βασανιστική γιατί ήτανε ξερά και σκληρά τα φύλλα και οι βλαστοί και έτσι τραυματίζανε τα χέρια.

Ζ. Αλώνισμα – Λίγνισμα - Κοσκίνισμα

Στα μέσα Ιουλίου όσοι είχαν σπείρει σιτάρι στο βουνό έπρεπε να θερίσουν και να αλωνίσουν. Το αλώνισμα διαρκούσε όλο το μήνα γι` αυτό και τον ονόμαζαν Αλωνάρη. Το αλώνισμα ήταν η κουραστικότερη εργασία για τους ανθρώπους και τα ζώα. Οι πρώτοι στέκονταν όλη μέρα όρθιοι, με τον ήλιο να καίει, τη σκόνη να σηκώνεται και να κολλάει στα ιδρωμένα κορμιά, τα χέρια να δουλεύουν ακατάπαυστα με το δεκριάνι, κάποιος να στέκεται όρθιος στο στυγερό και να παροτρύνει τα ζώα, πότε με φωνές : «οπ, οπ, οπ, χάι, χάι, χάι» και πότε με τη βίτσα. Να τα προσέχει να μη διπλωθούν και να τους αλλάζει κατεύθυνση, όταν τυλιγόταν η τριχιά. Όσο για τα ζώα, έπρεπε να τρέχουν συνεχώς, βυθιζόμενα τις πρώτες ώρες ως την κοιλιά στα χερόβολα και αργότερα ως τα γόνατα.

Το αλώνισμα γινόταν μέσα στο αλώνι. Το αλώνιήταν ένας μεγάλος επίπεδος κυκλικός χώρος. Η βάση του αλωνιού ήτανε άλλοτε πλακοστρωμένη και άλλοτε από χώμαπατημένοκαι αλειμμένο με κοπριά βοδιών (σβουνιά). Έτσι σκλήραινε και δεν έβγαζε σκόνη.

Στη μέση του ήταν τοποθετημένη μια μεγάλη πλάκα με μια κυκλική τρύπα στη μέση. Εκεί ήταν στερεωμένο ένα γερό ξύλο, «το στυγερό». Στο στυγερό περνούσαν ένα ξύλινο κυκλικό εξάρτημα, «το γουζί», από το οποίο έδεναν μια τριχιά. Το ένα τηςάκρο κρεμόταν από την κορυφή του στυγερού και λεγόταν «κάμπο». Το άλλο τμήμα το συνέδεαν με τη βοήθεια του κουμπιού (ξυλαράκι ειδικά πελεκημένο) με τις θηλιές που περνούσαν στο λαιμό των ζώων. Αυτές ήταν προσεκτικά δεμένες για να μην πληγώνουν τα ζώα.

Ο κάμπος τυλιγόταν σιγά-σιγά στο στυγερό και το γουζί στερεωνόταν και έτσι το τμήμα της τριχιάς που συγκρατούσε τα ζώα τυλιγόταν στο στυγερό και τα έφερνε προς τα μέσα. Όταν έφταναν σε μικρή απόσταση, τους άλλαζαν κατεύθυνση, γυρίζοντας το ζώο που ήταν απ` έξω προς τα μέσα και συνέδεαν το κουμπί με τη θηλιά του. Η τριχιά ξετυλιγόταν και τα ζώα έφταναν πάλι μέχρι το έξω μέρος του απλωμένου σιταριού, που ονομαζόταν λιώμα.

Με τα δεκριάνια, που ήταν συνήθως ξύλινα και τα κατασκεύαζαν μόνοι τους, ανακάτευαν το λιώμα, ώστε το κάτω να έρχεται πάνω και να τρίβεται από τα πατήματα των ζώων. Με τα δεκριάνια έσπρωχναν προς το κέντρο την «ποδιά», δηλαδή όσο σιτάρι έβγαινε πιο έξω από το σημείο που πατούσε το εξωτερικό ζώο, αλλά και το λιώμα που έπεφτε μέσα στον «αφαλό».

Αν οι νοικοκυραίοι είχανε μουλάρια μπορούσανε να αλωνίσουνε τη σοδειά τους οι ίδιοι. Αλλιώς καλούσανε κάποιον που να ξέρει και να έχει δικά του μουλάρια και αυτός αναλάμβανε το αλώνισμα.

Από την προηγούμενη μέρα απλώνανε στον ήλιο και λιάζανε ως 100 λημάρια ανάλογα με τη χωρητικότητα του αλωνιού. Το βράδυ για να μη νοτίσουνε τα μαζεύανε σωρό στη μέση του αλωνιού και το πρωί μόλις ανέβαινε ο ήλιος, κόβανε τα λημάρια και σκορπάγανε τα στάχυα στο αλώνι.

Βάζανε δύο ή περισσότερα μουλάρια ή άλογα το ένα δίπλα στο άλλο και περνάγανε με τέχνη για να μη σφίγγουν, δύο θηλιέςστους λαιμούς των ζώων σαν ζυγό.

Τώρα τα ζώα ζεμένα στις λαιμαριές, στερεωμένες στο κότσι και όλα μαζί στο μεσαίο στύλο το στυγερό, ήτανε έτοιμα για αλώνισμα.

Τα μουλάρια ή τα άλογα, ήταν καλύτερα να τα έχουν πεταλωμένα στα δυο μπροστινά πόδια ή και στα τέσσερα. Τα βαράγανε με μια βίτσα (βέργα) και αυτά αρχίζανε να τρέχουνε κάνοντας κύκλους στο αλώνι. Καθώς τρέχανε πατάγανε με τα πέταλά τους τα απλωμένα στάχυα. Με το τρέξιμο και το πάτημα των ζώων τα στάχυα τριβόντουσαν και έβγαινε ο σπόρος, και ακόμη κόβοντανοι καλαμιές σε άχυρο.

Το Λίχνισμα.

Μετά το αλώνισμα ερχόταν το λίχνισμα. Δηλαδή σήκωναν τα τριμμένα στάχυα ψηλά και τα τίναζαν στον αέρα. Αυτή η δουλειά γινόταν παλαιότερα με ξύλινα ραβδιά με δύο, τρία ή και τέσσερα δόντια μπροστά, τα δεκριάνια.

Το απογευματινό αεράκι έπαιρνε τα άχυρα στο πλάι και ο καρπός σαν βαρύτερος σωριαζότανε κάτω, καθαρός από άχυρα.

Όταν τελειώνανε με τα άχυρα, με ένα δρεμόνι (κόσκινο) καθάριζαν τον καρπό. Ακόμη με το φτυάρι πετούσαν τον καρπό στον αέρα και έφευγε η σκόνη καθώς και τα ψιλοκομμένα μουστάκια του σταχυού, που τα έλεγαν άγανα.

Το κοσκίνισμα

Κοσκίνισμα λέμε, ακόμα και σήμερα, το καθάρισμα του σταριού και του κριθαριού, από την ήρα, τα άχυρα , τα άγανα και τις ξένες προσμίξεις και κυρίως το καθάρισμα του αλευριού, από πίτουρα και κάθε ξένο σώμα.

Το κοσκίνισμα γινότανε με το κόσκινο και την κρησάρα, δύο πολύ χρήσιμα οικιακά σκεύη του παλιού καιρού.

Το κόσκινο: Ήτανε μια στρογγυλή, πλευρική στεφάνη με μια συρμάτινη σκάρα στη βάση.

Με το ρυθμικό τίναγμα (πέρα – δώθε) ανάμεσα στα χέρια της νοικοκυράς πέφτανε από τις τρύπες τα σπυριά της ήρας, που ήτανε μικρά, καθώς και τα άγανα και έμενε ο καθαρός καρπός.

Το κουβάλημα και το μέτρημα του καρπού.

Όταν τελείωνε και το λίχνισμα βάζανε τον καθαρό καρπό σε σακιά (σάκιασμα) και τον κουβαλάγανε σπίτι τους. Κουβαλούσαν τα τσουβάλια με τα ζώα στα σπίτια, όπου και τα άδειαζαν στα κασόνια .Αν γέμιζαν τα κασόνια τότε χρησιμοποιούσαν και το πηλωτό (πλατύ υφαντό ραμμένο σάκος, χρησίμευε τελευταία και για στρώμα αφού το γέμιζαν με φλέτσια).

Συνήθως οι παλαιότεροι μετράγανε την παραγωγή σε φορτώματα ή σε καρπό με τους ντενεκέδες. Έτσι υπολόγιζαν πόσες οκάδες σιτάρι βγάλανε και υπολόγιζαν το ψωμί της χρονιάς σύμφωνα με την οικογένεια που είχαν .

Τελευταία δουλειά ήταν να μαζέψουν τα άχυρα από το αλώνι, να τα συσκευάσουν στα χαράρια, να τα φορτώσουν στα ζώα και να τα μεταφέρουν στους αχυρώνες, στο σπίτι , γιατί χρησίμευαν για τροφή των ζώων το χειμώνα..

Το άλεσμα του καρπού.

Η άλεση του καρπού (το άλεσμα) γινότανε στο μύλο, όπου πηγαίνανε τον καρπό σε σακιά φορτωμένα σε μουλάρια ή γαϊδούρια.

Πάντοτε όμως φροντίζανε να φυλάξουν αρκετό καρπό για την καινούργια σπορά.

Η. Η καλλιέργεια των αμπελιών

Τα παλαιότερα χρόνια όλες οι οικογένειες είχαν το αμπέλι τους κι όλοιέβαζαν το κρασί της χρονιάς.

Η καλλιέργεια των αμπελιών άρχιζε το Νοέμβριο, μετά τις πρώτες βροχές .

Μόλις άρχιζαν τα φύλλα να πέφτουν από τα κλήματα γινόταν το μονοβέργισμα, το καθάρισμα δηλαδή από τις περιττές βέργες. Άφηναν μόνο τις κατάλληλες και απαραίτητες βέργες για τη βλάστηση και καρποφορία της άλλης χρονιάς.

Οι κληματόβεργες χρησίμευαν ως τροφή ορισμένων ζώων αλλά και ως προσάναμμα για τη φωτιά.

Στη συνέχεια ξελάκκωναν τα κλήματα, ανοίγοντας γύρω από αυτά ένα λάκκο, βάθους δεκαπέντε εκατοστών περίπου και τη γέμιζαν με φουσκί, για να διαλυθεί από τις βροχές και να απορροφήσει το κλήμα τις θρεπτικές ουσίες.

Την επόμενη χρονιά δε γινόταν ξελάκκωμα παρά μόνοβέργισμα , αν ο νοικοκύρης είχε χρόνο.

Τον Ιανουάριο γινόταν το κανονικό κλάδεμα σε όλα τα αμπέλια.

Όλη την Άνοιξη, οι νοικοκυραίοι έπρεπε να ασχολούνται με το αμπέλι.

Το Μάρτιο έσκαβαν τα αμπέλια με την τσάπα και έκαναν «κουτρούλια» (μικρούς σωρούς). Στα ξελακκωμένα αμπέλια πρόσεχαν να μη διώξουν το φουσκί από τη θέση του. Το σκάλισμα του αμπελιού το έκαναν τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου, δηλαδή σκόρπιζαν τα κουτρούλια και έριχναν περισσότερο χώμα γύρω από το κλήμα.

Το θειάφισματο έκαναν σε διάφορες φάσει: μόλις οι βλαστοί παρουσίαζαν το σταφύλι, όταν διακρίνονταν οι ρώγες, όταν αποκτούσαν χυμούς και στη συνέχεια μια-δυο φορές ακόμη κατά περίσταση.

Μόλις μεγάλωναν οι βλαστοί έκαναν το «στερφολόημα». Αφαιρούσαν τους βλαστούς που δεν είχαν σταφύλια και τα κάτω φύλλα από τους καρποφόρους βλαστούς.

Εάν το αμπέλι ήταν πολύ δυνατό και έκανε πολύ μεγάλους βλαστούς, γινόταν και το «κορφολόημα», δηλαδή έκοβαν τις κορφές για να κάνει πιο χοντρά σταφύλια.

Έκαναν ακόμη τον πρώτο ψεκασμό, όταν οι βλαστοί ήταν είκοσι εκατοστά περίπου, τον δεύτερο όταν έπεφτε το άνθος, τον τρίτο όταν αποκτούσαν οι ρώγες ξινό και στη συνέχεια κατά περίπτωση, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες.

Το ράντισμα γινόταν με γαλαζόπετρα αναμεμιγμένη με ασβέστη.

Ορισμένες από τις παραπάνω εργασίες χρειάζονταν ειδικευμένους και δυνατούς εργάτες. Το μονοβέργισμα, το κλάδεμα και το στερφολόημα ήθελαν γνώση και πείρα. Το σκάψιμο, το σκάλισμα και το κορφολόημα ήθελαν δύναμη.

Είναι γνωστό το τραγούδι του αμπελιού :

«Αμπέλι μου πλατύφυλλο και κοντοκλαδεμένο

για δεν ανθείς, για δεν καρπείς,

σταφύλια για δεν κάνεις…»

Ο τρύγος

Τον Αύγουστο μεγάλωναν τα σταφύλια και άρχιζαν να κοκκινίζουν οι ρόγες. Μέχρι το Σεπτέμβριο ήταν έτοιμα για τρύγο.Το μήνα αυτό γινόταν ο τρύγος των αμπελιών, γι` αυτό τον έλεγαν και τρυγητή. Ο τρύγος άρχιζε το πρώτο δεκαήμερο και τελείωνε μέχρι τις 25.

Όταν ωρίμαζαν τα σταφύλια, όριζαν μια μέρα για τον τρύγο. Αν τύχαινε να βρέξει, άλλαζαν τη μέρα γιατί τα σταφύλια έπρεπε να είναι στεγνά για να τα τρυγήσουν.

Τις ημέρες του τρύγου, πήγαιναν όλοι στα αμπέλια. Από την περιοχή των αμπελιών μέχρι το χωριό ο δρόμος ήταν γεμάτος από κόσμο και ζώα. Άλλος πήγαινε και άλλος ερχόταν. Χαρά, ενθουσιασμός, φωνές, τραγούδια.

Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν κι έπρεπε να βρίσκονται στο αμπέλι με την έναρξη του τρύγου ήταν: τα μαχαίρια για το κόψιμο των σταφυλιών , τα καλάθια-κοφίνια, με τα οποία γινόταν η πρώτη συλλογή και τα πούργια, με τα οποία γινόταν η μεταφορά από το αμπέλι στο πατητήρι ή στο σπίτι. Τα κοφίνια και τα πούργια ήταν μεγάλα καλάθια πλεγμένα με βέργες από λυγιά και καλάμια κατάλληλα σχισμένα.

Όσοι είχαν μεγάλα αμπέλια, είχαν και πατητήρι στο αμπέλι τους για να πατούν εκεί τα σταφύλια. Οι άλλοι τα έφερναν στο χωριό και τα πατούσαν στο σπίτι τους, σε ξύλινα φορητά πατητήρια που τα έλεγαν «πλάντρες».

Το κουβάλημα γινόταν συνέχεια και τα ζώα ακολουθούσαν το ένα πίσω το άλλο με κατεύθυνση το χωριό και αντίστροφα.

Για το πάτημα των σταφυλιών οι πατητάδες ξυπολιόνταν, έπλεναν καλά τα πόδια τους, ανασήκωναν το παντελόνι τους και έμπαιναν στο πατητήρι αρχίζοντας να πατούν εδώ κι εκεί τα σταφύλια.

Με το πάτημα των σταφυλιών έσπαγαν οι ρώγες και έβγαινε ο χυμός τους (μούστος), που στη συνέχεια έτρεχε από τη τρύπα του πατητηριού ή της πλάντρας μέσα σε κάποιο δοχείο ή καζάνι.

Το μούστοτον έβαζαν σε κρασοβάρελα (βαγένια) και περίμεναν να γίνει η ζύμωση και η μετατροπή του σε γλυκόπιοτο κρασί, το οποίο θα έπιναν στη διάρκεια όλου του χρόνου, τις καθημερινές αλλά και τις γιορτές.

Τα βαγένια ήταν τοποθετημένα πάνω σε καδρόνια για να μην ακουμπούν στη γη και ήταν μεγάλης χωρητικότητας, πάνω από τριακόσιες οκάδες ως και χίλιες για τα κρασοπουλειά. Στο μπροστινό μέρος είχαν δύο ή τρεις πύρους, στον ένα εκ των οποίων έμπαινε η κάνουλα.

Η μεταφορά του μούστου γινόταν με ασκιά που κατασκεύαζαν από το δέρμα γιδιών με ειδική επεξεργασία και ειδικό ράψιμο στο κάτω μέρος. Το δέρμα από τα μπροστινά πόδια το έλεγαν «μπουζάνια». Αυτά τα έδεναν εσωτερικά και από το ένα μπουζάνι έβγαζαν ένα σπάγκο για να δένουν το στόμιο του ασκιού, το «γούλη», το οποίο ήταν ο λαιμός του ζώου.

Τα τσίπουρα (απομεινάρια από τα σταφύλια) αφού τα σφράγιζαν καλά-καλά τα άφηναν μέσα στην κάδη πολλές μέρες, για να γίνει η ζύμωση. Έπειτα τα έβραζαν μέσα σε καζάνια και έβγαζαν το πολύ- πολύ δυνατό ρακί (το τσίπουρο).

Θ. Η καλλιέργεια της ελιάς - Το λιομάζωμα

Ανάμεσα στα καρποφόρα δέντρα της ελληνικής φύσης που έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομία, στην κοινωνική εξέλιξη, αλλά και στη λατρεία, στις δοξασίες και στα έθιμα, την πρώτη θέση κατέχει η ελιά.

Το φύτεμα των δένδρων

ΠΑΡΑΦΥΑΔΕΣ

Τα κολορίζια ξεχωρίζονταν από τη βάση της μεγάλης ελιάς και μεταφυτεύονταν αυτούσια σε λάκκους μικρού σχετικά βάθους, σε κάθετες και οριζόντιες σειρές.

ΓΡΟΘΑΡΙΑ

Τα γροθάρια δεν ήταν τίποτα άλλο παρά κορμοί από μικρές ελιές που σχηματίζονταν από τις παραφυάδες. Ξεριζώνονταν και κλαδεύονταν τα κλαδιά τους. Στη συνέχεια φυτεύονταν και αυτά με τον ίδιο πάντα τρόπο. Το πλεονέκτημα σε αυτό το είδος φύτευσης ήταν ότι ο κορμός ήταν έτοιμος και αν εύρισκε κατάλληλο έδαφος, η ελιά σε λίγο χρόνο ήταν έτοιμη. Η φύτευση γινόταν και γίνεται από το Νοέμβριο που το χώμα είναι υγρό από τις βροχές, μέχρι το τέλος της Άνοιξης.

ΑΓΡΙΛΙΕΣ

Οι άγριες ελιές, που υπήρχαν σε κάποιο λόγγο, μπολιάζονταν με μάτια από ήμερες ελιές και όταν ο λόγγος γινόταν χωράφι τότε αυτές ήταν έτοιμες για παραγωγή. Ακόμη μπορούσαν να ξεριζωθούν και να μεταφυτευθούν στο χωράφι.

Έλεγαν ότι για να φυτρώσει μια άγρια ελιά έπρεπε το κουκούτσι να περάσει από στομάχι πουλιού.

ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΑ

Τα μοσχεύματα ήταν κορμοί κλαδιώνχωμένοι στο χώμα. Εκεί με την υγρασία που υπήρχε είτε από βροχές είτε από πότισμα έκαναν ρίζες και φύτρωναν βλαστοί.

Οι βλαστοί αυτοίμεγάλωναν και γίνονταν γροθάρια τα οποία μεταφυτεύονταν στα χωράφια.

Η λίπανση - Το όργωμα -Το κλάδεμα-Το κέντρωμα

Στο τέλος του Φεβρουαρίου οι νοικοκυραίοι έριχναν το φουσκί που είχαν συγκεντρώσει από τα ζώα και όργωναν τα χωράφια για να σκεπαστεί το φουσκί.

Στις παλαιότερες εποχές το κλάδεμα της ελιάς ήταν σχεδόν απαγορευτικό. Νόμιζαν οι άνθρωποι ότι τα περισσότερα κλαδιά θα έκαναν και περισσότερο καρπό, γιαυτό και δεν έκοβαν το ελάχιστο από τις ελιές.

Αργότερα με τις υποδείξεις των γεωπόνων το κλάδεμα της ελιάς ξεκινούσε το Μάρτιο και συνεχιζόταν τον Απρίλιο ή ακόμη και το Μάιο για όσους καθυστερούσαν λόγω κάποιων άλλων εργασιών.

Στο τελευταίο δεκαήμερο του Απρίλη άρχιζαν να κεντρώνουντις αγριελιές σε ήμερες.

Το λιομάζωμα

Η συγκομιδή του λιόκαρπου λεγόταν «λιομάζωμα».

Άρχιζε από τα μισά του Νοεμβρίου, μετά τη γιορτή του Φιλίππου, ανάλογα με την καρποφορία και τις καιρικές συνθήκες. Το λιομάζωμα δεν έπρεπε να περιμένει, γιατί πάντα υπήρχε κίνδυνος να έρθει παγωνιά και να κάψει τον καρπό. Επίσης ο δυνατός αέρας μπορούσε να ρίξει τις ελιές που είχαν ωριμάσει γρηγορότερα.

Ξεκινούσαν όλοι μόλις άρχιζε να γλυκοχαράζει, με τις σκάλες τους και τις ειδικές μαγκούρες τους. Γέμιζαν οι δρόμοι αγόρια, κορίτσια, νέους γέρους, που συζητούσαν, πειράζονταν και πολλές φορές τραγουδούσαν.

«Το πρωί όταν ξυπνάμε για ελιές στον κάμπο πάμε…»

Έφταναν στο χωράφι, ανέβαιναν στην ελιά ζωσμένοι το σακούλι, τραβούσαν με το χέρι τους τον καρπό και τον έριχναν μέσα στο σακούλι. Μαζεύοντας τις ελιές οι μαζωχτές ευχαριστημένοι από την καρποφορία των δέντρων, τραγουδούσαν κιόλας.

Μοναδικό εργαλείο κάθε μαζώχτη/τρας ήταν το σακούλι, η σκάλα και τα δυο του χέρια. Αργότερα θα προμηθευτούν το χτενάκι και τα λιόπανα, τα οποίαθα διευκολύνουν κατά πολύ το λιομάζωμα..

Όταν γέμιζε το σακούλι, το άδειαζαν μέσα στασακιά, που είχαν φέρει στο χωράφι. Πολλές φορές οι αγρότες αναγκάζονταν να μαζεύουν και τα «χαμολόγια» , δηλαδή τις ελιές που είχαν πέσει από το δέντρο από κάποιες αιτίες.

Το βράδυ έφευγαν για το χωριό, με τα σακιάφορτωμένα στα ζώα .

Όταν ο καιρός ήταν καλός το λιομάζωμα ήταν ευχάριστη εργασία, όταν όμως είχε παγωνιά, ήταν μαρτύριο. Πολλές φορές άναβαν φωτιά κάτω από την ελιά, για να μετριαστεί το κρύο.

Τον καρπό δεν τον πήγαιναν στο λιτριβιό αμέσως για έκθλιψη, αλλά τον έριχναν σε ένα μέρος του σπιτιού με πάτωμα ή αμμοχόρηγο για να γίνει (να πιάσει). Έκαναν το παχνί για να παχνιάσουν τις ελιές, από τις οποίες κρατούσαν λίγες για φαγώσιμες. Όταν γίνονταν οι ελιές, ειδοποιούσαν τους ανθρώπους του λιτριβιού για να τις πάρουν και νατις δουλέψουν και να βγάλουν το λάδι.

Ι. Κηπευτικά

Πέρα από τις παραπάνω καλλιέργειες οι κάτοικοι του χωριού είχαν για οικιακή και μόνο χρήση και την παραγωγή τους σε κηπευτικά. Οι κήποι τους βρίσκονταν σε τοποθεσίες κοντινές ή μακρινές, που αφθονούσε το νερό, για να μπορούν να ποτίζουν. Μέσα στο χωριό υπήρχαν η μεγάλη βρύση και η βρυσούλα, με το νερό των οποίων ποτίζονταν όλοι οι γύρω κήποι.

Εκτός του χωριού, κήποι υπήρχαν ακόμη στιςπεριοχές: του Μεγαπηγαδιού, της Κοτίτσας,της Κεράσοβας, των Παλιάμπελων, των Βεργαδεΐκων, του Κυπαρισσίου και φυσικά στα ποτιστικά χωράφια του κάμπου, που αρδεύονταν από τον Ευρώτα.

Κτηνοτροφικές απασχολήσεις

Α. Η βόσκηση των αιγοπροβάτων

Η κτηνοτροφία ήταν αρκετά ανεπτυγμένη αφ’ ενός μεν ένεκα της μεγάλης και δασώδους ορεινής κοινοτικής έκτασης, αφ’ ετέρου δε γιατί δεν υπήρχαν μεγάλοι γεωργικοί κλήροι.

Όλεςσχεδόν οι οικογένειες είχαν μερικά αιγοπρόβατα. Υπήρξε εποχή, που τα αιγοπρόβατα έφθαναν σε πολλές χιλιάδες, χωρίς να λείπουν τα βόδια και τα’ άλλα ζώα (γαϊδούρια-μουλάρια-άλογα), που τα χρησιμοποιούσαν σαν υποζύγια για τις μεταφορές και τις γεωργικές καλλιέργειες.

Οικτηνοτρόφοι το καλοκαίρι έστηναν τις στάνες τους στο βουνό, το δε χειμώνα κατέβαιναν με τα κοπάδια τους στα χειμαδιά. Εκείνοι που είχαν λίγα χρησιμοποιούσαν το κατώι του σπιτιού τους.

Το καλοκαίρι τα ζώα (αιγοπρόβατα-βόδια) έβοσκαν στο βουνό. Το βαρύ χειμώνα, όσα ζώα έμεναν στο χωριό ταΐζονταν μέσα στις καλύβες ή τα κατώγια με διάφορες ζωοτροφές και κλαριά που έκοβαν από το δάσος. Για τα μεγαλύτερα ζώα (όνους- μουλάρια-βόδια κ.λ.π.) είχαν για τροφή άχυρα, φύλλα από το καλαμπόκι κ. ά.

Ο απασχολούμενος συστηματικά με τη βόσκηση προβάτων και γιδιών και των προβάτων λεγότανε τσοπάνης. Η βόσκηση γινόταν όλο το χρόνο. Από νωρίς το πρωί, από το «φώτημα», το «χάραγμα», μέχρι το σούρουπο.

Ο τσοπάνης τις νύχτες έμενε συνήθως στο μαντρί του. Τα πρόβατα ή τα γίδια τα έκλεινε στο μαντρί. Το μαντρί ήτανε μάντρα σκεπασμένη ή ξεσκέπαστος φράχτης στην μπροστινή πλευρά.

Τα περισσότερα κοπάδια είχανε σκυλί. Πολλές φορές το καλοκαίρι, ο ίδιος ο τσοπάνης φύλαγε τα πρόβατα ή τα γίδια τις νύχτες, για να μην τα φάνε οι λύκοι ή άλλα αγρίμια.

Το χειμώνα τα πήγαινε σε καλές βοσκές. Τις πολύ κρύες ημέρες τα κράταγε στο μαντρί και τα τάιζε με σανό.

Ο τσοπάνης το χειμώνα φόραγε την καπότα, πανωφόρι υφαντό στον αργαλειό από τρίχα γίδας. Ήταν μονοκόμματη σε σχήμα τσουβαλιού, ανοιχτή μπροστά, μεταξύ των ώμων ραμμένη.

Ένα άλλο χρήσιμο ρούχο για τον τσοπάνη ήτανε η κάπα. Μάλλινη, υφαντή έπεφτε πάνω του σαν ράσο. Είχε σχήμα παλτού με κουκούλα στο κεφάλι. Πιο χοντρή από την καπότα, ήτανε πιο ζεστή αλλά την διαπερνούσε η βροχή. Ρούχο περισσότερο κατάλληλο για το κρύο παρά για τη βροχή. Έφτανε ως τα γόνατα αντίθετα με την καπότα, που ήταν ποδήρης μέχρι τους αστραγάλους.

Απαραίτητη για τον τσοπάνη ήτανε και μια τσάντα πέτσινη με δύο θήκες και με λουρί, για να κρεμιέται στον ώμο, καθώς απαραίτητος ήταν και ο ντουρβάς (το ταγάρι) που τον κρεμούσε στον ώμο.

Στην μία θήκη της τσάντας έβαζε ο τσοπάνης το ψωμί, το τυρί, σκόρδα ή κανά ξερό κρεμμύδι, ελιές,κ.λ.π..

Στην άλλη θήκη έβαζε ορισμένα εργαλεία ή χρήσιμα αντικείμενα. Μαχαίρι, σακοβελόνα για να ράβεται, σουβλί, κουβαράκι με νήμα, κλωστή, τσακμακόπετρα για να ανάβει φωτιά, φιτίλι κ.λ.π.

Οι τσοπάνηδες φοράγανε τσαρούχια (γουρουνοτσάρουχα) και κρατάγανε γκλίτσα, γιατί με το γυριστό κεφάλι της γκλίτσας πιανότανε εύκολα το πρόβατο ή το αρνί από το ποδάρι.

Η παραγωγή τους σε κτηνοτροφικά προϊόντα ήταν: γάλα, τυρί, βούτυρο, γιαούρτι, μυζήθρα, μαλλιά κ.λ.π.

Το κέρδος του τσοπάνη έβγαινε από το πούλημα των αρνιών, από το γάλα που συνήθως το έκανε τυρί και από το μαλλί των προβάτων.

Β. Το άρμεγμα

Το άρμεγμα άρχιζε την Άνοιξη (ίσως και από τον Φλεβάρη) όταν πουλάγανε τα αρνιά και περίσσευε το γάλα.

Το άρμεγμα γινότανε δύο φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ. Όταν αρμέγανε το γάλα το μαζεύανε στη μέτρα. Ένα ξύλινο δοχείο ίσα πάνω και ίσα κάτω για να μην ανατρέπεται εύκολα. Από τη μέτρα το βάζανε στο καζάνι για να φτιάξουνε τυρί.

Γ. Το τυροκομειό

Γινότανε συνήθως στη στάνη, στο μαντρί αλλά και στο σπίτι. Για να τυροκομήσουνε, βράζανε το γάλα ώσπου να γίνει χλιαρό.

Τότε ρίχνανε την πυτιά. Το σκεπάζανε αρκετή ώρα στο καζάνι για να πήξει. Μετά το βάζανε σε τρυπητά πανιά (τσαντίλες) για να στραγγίξει.

Με διαφορετική κατεργασία βγάζανε τη μυζήθρα, το βούτυρο, το ξινόγαλο κ.λ.π.

Το στραγγισμένο τυρί μαζί με την άλμη του(αλατισμένο τυρόγαλο) το βάνανε στο καδί μέχρι που να ζυμωθεί.

Το έτοιμο ζυμωμένο τυρί το έβαναν σε ασκιά και το άλειφαν με μυζήθρα φρέσκια, για αυτό λεγότανε τουλουμοτύρι και τουλουμίσιο από το «τουλούμι», που σήμαινε ασκί. Το ασκί έπρεπε να το κλείσουνπολύ καλά για να μην πάρει αέρα.

Το φυλάγανε όμως και σε πιθάρια, λαγήνες και τενεκέδες ή κάδους,βουτηγμένο σε αλατόνερο (άλμη).

Δ. Το κούρεμα

Το κούρεμα, o "κούρος", των προβάτων, γινόταν από τις αρχές Απριλίου μέχρι τα μέσα του Ιουνίου. Στην αρχή γινόταν το κολοκούρισμα. Τα"κολόκρια", ήταν το μαλλί από το κούρεμα της κοιλιάς και γύρω από την ουρά και ήταν κατώτερης ποιότητας.

Ακολουθούσε το κούρεμα του υπόλοιπου σώματος του προβάτου, απ’ όπου έβγαινε το "ποκάρι", το καλύτερο μαλλί.

Το μαλλί που έβγαινε το τοποθετούσαν σε καζάνια και το ζεμάτιζαν με ζεστό νερό. Στη συνέχεια το έβγαζαν και το μετέφεραν, μέσα σε πανέρια, στα ρέματα ή στο ποτάμι, όπου το ξέπλεναν με άφθονο νερό. Το καθάριζαν από τις κολλιτσίδες και κρεμούσαν τα ποκάρια στους φράχτες, για να στραγγίσουν και να στεγνώσουν.