Συλλογή Χωριού

Διαφημίσεις

Online Χρήστες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 80 επισκέπτες και κανένα μέλος

Σαν πας Μαλάμω'μ για νερό... στη βρύση θα σε καρτερώ.

Αν η Μαλάμω ανταποκριθεί στο κάλεσμα του καλού της και παει στη βρύση να γεμίσει τη στάμνα της όταν αυτός θα ποτίζει το άλογό του, ίσως ανταλλάξουν και ένα γλυκό φιλάκι.Εάν ήθελε να του κάνει ένα καψονάκι, να τον ''στήσει'', έτσι για να δοκιμάσει την αγάπη του και πήγε στο ραντεβού μερικές δεκαετίες αργότερα, τότε σίγουρα δε θα βρήκε ούτε τον καλό της, μα ούτε και τη βρύση γιατί θα είναι χορταριασμένη, σκεπασμένη από φυλλωσιές και κλάρες από τα δέντρα, βρώμικη και χωρίς νερό.

Η μεγάλη Βρύση


Δεν υπολόγισε την εξέλιξη. Τον πολιτισμό. Δε φαντάστηκε η καψερή οτι θα ρθει καιρός που δε θα χρειάζεται να πάει στη βρύση να γεμίσει τη στάμνα της, γιατί το νερό θα υπάρχει μέσα στο σπίτι της και με μια κίνηση του χεριού, στρίβοντας ένα διακόπτη, θα έχει όσο νερό θέλει.
Ούτε η Μαλάμω μπορούσε να σκεφτεί τέτοια πράματα εκείνο το καιρό, μα ούτε και εμείς σήμερα που ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας και της ταχύτητας μπορούμε να σκεφτούμε τι θα μας ξημερώσει αύριο. Καθημερινώς κάτι καινούργιο μπαίνει στη ζωή μας και εμείς παθιασμένοι και αχόρταγοι καταναλωτές όπως έχουμε καταντήσει, το αρπάζουμε, το βάζουμε στο κομοδίνο, πετάμε το παλιό που μέχρι χτες ήταν καινούργιο και σε λίγο καιρό, κοιτάμε με νοσταλγία στις αντίκες όλα αυτά που θεωρήσαμε άχρηστα και πετάξαμε.
Όπως με νοσταλγία κοιτάμε αυτές τις παλιές βρύσες τις χορταριασμένες χωρίς νερό οι περισσότερες, που στέκουν εκεί για να μας θυμίζουν εκείνες τις εποχές και τον ρόλο που έπαιξαν στη ζωή μας. Πολλές έχουν χαρακτηρισθεί ''έργα τέχνης'', ψηλές, αριστοκρατικές, με τα καλοπελεκημένα αγκωνάρια και τον περιβάλλοντα χώρο ειδικά διαμορφωμένο να εξυπηρετεί τις ανάγκες του χωριού. Ωραία πέτρινα σκαλοπάτια, ειδικά πεζούλια να ακουμπάνε τις στάμνες και τις βαρέλες για να τις ζαλώνονται εύκολα, τσιμεντένιες γούρνες για το πότισμα των ζώων και χτιστές σκάφες για το πλύσιμο των ρούχων. Οι βρύσες αυτές ήταν τόπος ξεκούρασης των οδοιπόρων, των περαστικών που έβρισκαν λίγη δροσιά και ανακούφιση με το δροσερό νεράκι.
Η δική μας η μεγάλη βρύση, η κρυόβρυση όπως την έλεγαν μερικοί, από τον τρόπο που είναι ( ήταν ) φτιαγμένη, δείχνει οτι εξυπηρετούσε μόνο ανθρώπους κι όχι ζωντανά. Ήταν κάτω από την επιφάνεια του δρόμου και τα 6-7 σκαλοπάτια μέχρι να φτάσουν στα σουληνάρια που έτρεχε το νερό, ήταν αδύνατο να κατέβει κάποιο ζωντανό. Και χωρίς αυτά ( τα ζωντανά ) ήταν πολυσύχναστη γιατί το τρεχούμενο νεράκι της ήταν πάντα δροσερό και την προτιμούσαν όχι μόνο από τις γύρω γειτονιές, αλλά θυμάμαι γυναίκες από τη ράχη που έρχονταν να πάρουν νερό.
Θυμάμαι ακόμα το δάσκαλο που μας πήγαινε και την καθαρίζαμε. Μαζεύαμε τα φύλλα από το σφοντάμι και τα κορίτσια σκούπιζαν το χώρο γύρω από τη βρύση μέχρι επάνω το δρόμο.
Θυμάμαι τον Πατέρα μας που μας έστελνε με μια κανάτα να φέρουμε κρύο νερό, αλλά εκεί στη γειτονιά μας υπήρχε ένας σκύλος σε ένα σπίτι ( Ταρζάν τον έλεγαν ) πολύ άγριος. Όταν μας έβλεπε ανέβαινε πάνω στη μάντρα και γάβγιζε. Έχωνε τη μούρη του μέσα στην κρησάρα ( συρματόπλεγμα ) και ήταν έτοιμος να ορμήσει πάνω μας. Κάποια φορά σκεφτήκαμε με την αδελφή μου να κρυφτούμε στην αυλή και να μην πάμε στη μεγάλη βρύση για νερό. Υπολογίσαμε την ώρα, πιάσαμε νερό από τη βρύση της γειτονιάς και το πήγαμε στον Πατέρα μας. Εκείνος το κατάλαβε και μας έστειλε πάλι πίσω. Τώρα αναγκαστικά έπρεπε να πάμε. Πιαστήκαμε χέρι-χέρι με την αδελφή μου, περάσαμε τρέχοντας από το σπίτι με το σκύλο και λέγαμε μέσα μας να ψοφίσει για να μη μας φοβίζει.
Τις Κυριακές, μετά την εκκλησία, οι γυναίκες έφευγαν σκυφτές και βιαστικές για το σπίτι να ετοιμάσουν το φαγητό. Οι άντρες έμεναν στην πλατεία, στα γύρω μαγαζιά για καφεδάκι, ουζάκι, για καμιά πρέφα μέχρι να έρθει η ώρα του φαγητού. Οι γεροντότεροι κάθονταν στα παγκάκια της εκκλησίας παρέες-παρέες και οι νεότεροι έκοβαν βόλτες πάνω-κάτω πέρα- δώθε στην πλατεία. Είχε πολύ κόσμο τότε το χωριό.
Συνήθως τις Κυριακές ερχόταν και κάποιο τρακτέρ η καμιά φρέζα με είδη μαναβικής. Ντομάτες, λαχανικά, φρούτα, καρπούζια κ.λ.π. Οι μεγαλύτεροι από εμάς που δούλευαν στη Σπάρτη και στην Αθήνα, είχαν λεφτά αγόραζαν ένα καρπούζι, το έβαζαν κάτω από το σουλινάρι της μεγάλης βρύσης να κρυώσει, το έκοβαν και το έτρωγαν. Όταν τελείωναν, πηγαίναμε εμείς οι πιτσιρικάδες και "περιλαβαίναμε" τις φλούδες. Εάν είχε μείνει λίγο κόκκινο σε κάποιο κομμάτι, γινόταν πόλεμος για το ποιος θα το πάρει, αλλά και τις υπόλοιπες ( φλούδες ) τις κάναμε γυαλί. Μόνο το απέξω, το πράσινο έμενε.
Μιας και ανέφερα πιο πάνω τις βρύσες της γειτονιάς, τις θυμάστε, αυτές μέσα στο τσιμεντένιο κολονάκι που ήταν σπαρμένες σε κάθε γειτονιά και στον κεντρικό δρόμο του χωριού, ε!!! είχαν κι αυτές τη δική τους ιστορία. Όταν γινόταν κάποιος γάμος, η νύφη πήγαινε με τα πόδια στην εκκλησία συνοδευόμενη από το σόι που σε όλη τη διαδρομή τραγουδούσε εναλλάξ. Πρώτα οι άντρες και μετά το "επιαναν" οι γυναίκες. Όπου περνούσε το συμπεθεριό, έβγαιναν όλοι στα μπαλκόνια και πετούσαν ρύζι. Η νύφη δε, σε κάθε βρύση πετούσε λεφτά ( κέρματα ) για να τρέχει η ευτυχία στο σπιτικό της όπως τρέχει το νερό στη βρύση. Εκεί γινόταν πραγματικός πόλεμος. Σκάβαμε με τα νύχια μας το χώμα μήπως είχε χωθεί κάνα πενηνταράκι κάτω από καμιά πέτρα. Μετά φεύγαμε πιλάλα για την επόμενη.
Βλέπουμε λοιπόν οτι όχι μόνο οι μεγάλες βρύσες, αλλά και οι μικρές έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Ήπιαμε το νερό τους, πλυθήκαμε με αυτό, ζήσαμε.
Δικαιολογημένα ο λαός θέλησε να τις κάνει σημείο αναφοράς στη ζωή του κάθε χωριού, για όμορφες γραφικές συνήθειες, τόπο για ειδύλλια, για νεανικά σκιρτήματα και χτυποκάρδια, μέχρι απόκοσμες παραδόσεις και θρύλους για αερικά, νεράιδες και ξωτικά.
Όλα αυτά όμως με τον καιρό χάθηκαν και η ομορφιά τους ξεθώριασε. Οι βρύσες ''μετακόμησαν'' μέσα στα σπίτια, οι μπουγάδες χώθηκαν στα πλυντήρια, ζώα πια δεν υπάρχουν στις αυλές και στα κατώγια για να ξεδιψούν στη βρύση.
Έτσι, οι παλιές αυτές βρύσες, ρημάχτηκαν από τον χρόνο.
Τα σύγχρονα δίκτυα διανομής νερού αφαίρεσαν την χρησιμότητά τους.
Άρχισαν να ερημώνουν, να μαραζώνουν, να στερεύουν από την αδιαφορία και την εγκατάλειψη, χάνοντας έτσι τη δόξα και την ομορφιά τους.
Και ξαφνικά κάποιοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να ξαναδώσουν στις παλιές βρύσες το << αρχέγονον κάλλος >>, επειδή έτσι τους... κάπνισε.
Τέτοιου είδους όμως δουλειές, δε γίνονται με επιπολαιότητες και ανευθυνότητες.
Στα έργα-μνημεία που κληρονομήσαμε, δεν χωράνε προχειρότητες και ανεξέλεγκτα κατασκευάσματα.
Ο λαός, τους εμπιστεύτηκε την τύχη του χωριού του, της πόλης του και αυτοί έπρεπε να σεβαστούν, να εκτιμήσουν και να φανούν αντάξιοι της εμπιστοσύνης που τους έδειξαν. Αισθάνθηκαν δυνατοί, αλαζόνες και επειδή είχαν μια σφραγίδα στα χέρια τους, αποφάσιζαν και υπέγραφαν χωρίς να ρωτήσουν κανέναν.
Δε είναι όμως έτσι τα πράγματα.
Χρειάζεται σεβασμός στην παράδοση, γνώση και γούστο για να αποκατασταθεί ένα παλιό κατασκεύασμα στην αρχική του μορφή.
Απαιτείται συνεργασία με ειδικούς να μελετήσουν, να σχεδιάσουν, να συμβουλέψουν και να κατευθύνουν τον μάστορα, που θα πρέπει κι αυτός με τη σειρά του να έχει στο αίμα του την τοπική παράδοση και την φαντασία των παλιών μαστόρων.
Χρειάζεται γνώση της παλιάς νοοτροπίας και φαντασία για να αποτυπωθεί η παλιά μορφή του έργου.
Ευτυχώς, όλα αυτά, έχουν μείνει στο χρονοντούλαπο των αναμνήσεών μας, ανεξίτηλα, όπως τα είχαμε γνωρίσει και αγαπήσει, με τη μορφή που τους είχαν δώσει οι παλιοί μαστόροι που τα έφτιαξαν.
Αυτές οι βρύσες, τα μισογκρεμισμένα ξωκλήσια, οι θολωτές εξώπορτες, οι πέτρινες πεζούλες, οι φούρνοι, τα πηγάδια είναι η κληρονομιά μας. Είναι η ιστορία μας, είναι το χτες. Εάν χάσουμε το χτες, δε θα έχουμε αύριο.


Γεώργιος Ιατρού
Οκτώβριος 2013
Βοστώνη Αμερικής